ΕΛΙΝΑ ΚΑΒΒΑΔΙΑ
Διάβασα με πολύ όρεξη και προσοχή το Βιβλίο της Ελίνας Καββαδία, Παραλήρημα ενός φεγγαριού, εκδόσεις Διάττων και χάρηκα για τον πλούσιο λόγο, τις αυτούσιες λέξεις και τις πολύπλευρες απόψεις-σκέψεις της για τα πράγματα και τα συναισθήματα που δημιουργούν την πορεία μας στη ζωή.
Άκρως ποιητικός λόγος χαρίζει εικόνες, χτίζει όνειρα, γεννάει ταξίδια σε μέρη απάτητα που μόνο ο νους μπορεί να επισκεφτεί.
Γράφει η συγγραφέας:
Σ΄ ακούμπησα φευγαλέα τη νύχτα, μέσα από το πιο βαθύ μου όνειρο… που δεν βρήκε το δρόμο για της ημέρας τον ήλιο.
Λόγος στέρεος και ανατρεπτικός. Λυρικός και ρεαλιστικός μαζί χαρίζει με πιστώτητα την ακριβή αναπαράσταση της πραγματικότητας.
Στοχαστικοί μονόλογοι που δεν προκαλούν ανία στον αναγνώστη σε κανένα σημείο του βιβλίου. Ένα τέλειο συγγραφικό αποτέλεσμα.
Και αχ! Βασανίζω την ψυχή μου για να μπορώ να
φτύνω
τις φουσκωμένες τσέπες,
το πετράδι της άρνησης,
τον εγωισμό του ισχυρού,
την ίδια την άρνηση που με γέννησε
τότε σε χρόνια μακρινά…
Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2007
Παραλήρημα ενός Φεγγαριού
Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2007
Δάνειος Έρως
Η Φλώρα Ορφανουδάκη πιστή εργάτρια της ελληνικής γλώσσας γράφει μια ακόμη ποιητική συλλογή με τίτλο «Δάνειος Έρως», από τις εκδόσεις Ζαχαρόπουλος.
Στην ποίηση της συνάντησα πλούσιες ιδέες γεμάτες έννοιες που κυριεύουν το μυαλό από εικόνες που γεννιόνται από μνήμες μακρινές.
Λόγος που ανακαλεί στη μνήμη καταστάσεις και γεννήματα μιας φαντασίας αστείρευτης.
Δυναμική γραφή με αρκετή έμπνευση που ισοδυναμεί με το εσώτερο του ψυχικού κόσμου της ποιήτριας.
Στίχοι που φανερώνουν αισθήματα χωρίς κατασκευασμένα νοήματα και περίσσιους λεκτικούς προσδιορισμούς.
Η ποιήτρια παραμένει επάξια ακέραιη μέσα στις προθέσεις της αποφεύγοντας να εγκλωβιστεί σε μονότονες εκφράσεις.

Δείγμα γραφής
Πώς να ζήσουμε χωρίς ουρανό
με δυο σταγόνες θύελλας στον κόρφο,
μυρωδικό της άκρας του έρωτος σιγής…
Ύστερα, αιώνια αδούλωτο ελληνισμό
ονομάσαμε την ποίηση
σε ένδειξη πανάρχαιου γάμου
ιερού
Αόρατα Τοπία
Αόρατα τοπία, Κατερίνα Κατσίρη, εκδόσεις Λιβάνη
Σε κάθε της ποίημα διαφαίνεται ξεκάθαρα η ακούραστη αναζήτηση τόσο στα αισθητικά προβλήματα όσο και στα ιδεολογικά περιεχόμενα τους.

Ο έρωτας και ο θάνατος, δυο σημαντικά στοιχεία που χρησιμοποιούνται κατά κόρον από την ποίηση, δοσμένα με εμφανή τη νεωτεριστική τους κατεύθυνση μέσα από τις εμπειρίες που η ίδια η ποιήτρια βίωσε και φυσικά προβάλλει με ασίγαστη δυναμική για την καλλιέργεια της τέλειας και άψογης μορφής του λόγου της.
Μα όχι μόνο σε αυτή τη συλλογή αλλά και στα υπόλοιπα βιβλία της, «Μικρές σκιές» και «Αιώρηση» αφήνει δείγματα μιας μεγάλης ποιητικής ψυχής και διανοητικής ικανότητας.
Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2007
Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2007
Νένα Κοκκινάκη

5.Η Ζωίτσα, ένα αληθινό παραμύθι.
Το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών με το παρελθόν είναι τελικά μάταιο, μπορεί και επικίνδυνο. Μοιάζει με το να προσπαθείς να απαλλαγείς από έναν εραστή-φάντασμα που διεκδικεί και επιμένει, μόνο επειδή ζει και υπάρχει, επιμένει και ακούει σε όλα τα ονόματα και ορθώνεται απειλητικά μπροστά στο αύριο και μιλάει τη γλώσσα της ερήμου κι όσα χιλιόμετρα κι αν καταπίνεις, αυτός εκεί, να υπάρχει αμετανόητα, καθοριστικά...Μια ηρωίδα σε πολλά πρόσωπα, η ίδια γυναίκα σε ένα γαϊτανάκι αναζητήσεων, σε μια προσπάθεια πλαστογράφησης του ψέματος της ζωής.Είναι κι αυτό μια επανάσταση. Να πολεμάς την παρουσία με τη γραφή, να φωτογραφίζεις την απουσία.
Το 1941 η πρώτη Κυρία της Ελληνικής Παιδικής Λογοτεχνίας πέρασε στο βασίλειο της «Σιωπής». Οι μικροί αναγνώστες συνεχίζουν να διαβάζουν τα βιβλία της που γράφτηκαν σε μια εποχή, όπου σπάνια οι άνθρωποι κοίταζαν τον κόσμο με τα μάτια των παιδιών. Τα βιβλία της Πηνελόπης Δέλτα, ωστόσο, έμειναν ζωντανά, ξεπέρασαν την εποχή που γράφτηκαν και συνεχίζουν να κερδίζουν μικρούς και μεγάλους αναγνώστες.
Από το οπισθόφυλλο του βιβλί
Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2007
ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ
Γνώρισα αγάπες, χωρισμούς, χαρές, πόνους, δέχτηκα πολλές φορές το κεντρί της σφήκας. Κανείς όμως, άντρας ή γυναίκα, δε βρέθηκε ποτέ να πάρει το κεντρί για χάρη μου και για κανέναν και για καμιά δε θέλησα εγώ να το πάρω.
Ίσως η σύγκριση της διαφορετικής γραφής και ύφους απλά και μόνο στο ίδιο θέμα να είναι το έρεισμα της συμμετοχής τους σε μια ομαδική παρουσία, διότι όλοι τους είναι καταξιωμένοι συγγραφείς στο χώρο και σίγουρα δεν έχουν ανάγκη από ένα μικρό διήγημα για να προβληθούν.
Πάντως τα κείμενα είναι ανάλαφρα και διαβάζονται εύκολα. Εγώ πολύ το χάρηκα.
ΚΟΡΥΝΤΟΝ
Από το οπισθόφυλλο
Ούτε εξομολόγηση, ούτε λιβελογράφημα, ούτε απολογισμός σεξουαλικών παρεκκλίσεων, αυτοί οι τέσσερις διάλογοι με τον Κορυντόν, τον ιατρό των ψυχών, παρουσιάζονται ως ένα δοκίμιο διαλεύκανσης του ευαίσθητου θέματος του Ουρανισμού -δοκίμιο που διατείνεται ότι «είναι ειλικρινές, χωρίς να είναι κυνικό και φυσικά χωρίς να είναι απλοϊκό».
Στηριζόμενος στον Μονταίν, στον Πασκάλ, στον Σπινόζα και σε άλλους, ο Ζίντ, υπογραμμίζει τον εκπολιτιστικό ρόλο της επιθυμίας. Ποτέ όμως δεν αποτυπώνει την απολογία του. Έτσι μ’ αυτό το έργο, απλώς μάχεται για να μην καταστήσει η διαφορετικότητα τον άνθρωπο έναν λαθραίο μέσα στην πόλη καταδικασμένο στα μάτια του κόσμου ως απόβλητο της ηθικής. Και η χαρά της ζωής, που πάνω απ’ όλα απορρέει από αυτό το κείμενο, δεν είναι λιγότερο σημαντικό από τα επιχειρήματα του συγγραφέα.
Βιογραφικό
Ο Αντρέ Ζιντ γεννήθηκε στο Παρίσι στις 22 Νοεμβρίου 1869, στην οδό ντε Μεντισίς 19, από πατέρα προτεστάντη, καταγόμενο από την περιοχή των Σεβέν, καθηγητή του ρωμαϊκού δικαίου, κι από μητέρα καθολική με ρίζες στη Νορμανδία. Το 1891 εκδίδει το πρώτο βιβλίο του, με τίτλο "Μεταθανάτιο έργο". Τα κυριότερα έργα του είναι: "Γήινες τροφές" (1897), "Η στενή πύλη" (1909), "Ο ανηθικολόγος" (1902), "Η ποιμενική συμφωνία" (1919), "Τα υπόγεια του Βατικανού" (1914), "Οι κιβδηλοποιοί" (1925), "Κορυντόν" (1924), "Ημερολόγιο" (1939). Το 1947 ο Αντρέ Ζιντ έλαβε το βραβείο Νόμπελ. Πέθανε το βράδυ της 19ης Φεβρουαρίου 1951 στο διαμέρισμά του της οδού Βανό, στο Παρίσι.
Μια εξαίρετη μετάφραση του έργου ΚΟΡΥΝΤΟΝ του Αντρε Ζίντ, σε μετάφραση του Γιάννη Θηβαίου, όπου με απόλυτη προσήλωση στο έργο του μεταφέρει με σαφήνεια τις συγγραφικές απόψεις του μεγάλου αυτού δημιουργού και νομπελίστα το 1946, πως υπήρξε ένας από τους πλέον αξιόλογους εκφραστές της γενιάς του. Ήταν μια διαφορετική φωνή που εξέφραζε όσα πίστευε και αισθανόταν. Ο Αντρε Ζιντ ήταν κάτι πιο πολύ από συγγραφέας, ήταν πάνω απ’ όλα στοχαστής.
Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2007
Βαλς στην ομίχλη
Φίλιππος Φιλίππου (συγγραφέας), ΤΟ ΒΗΜΑ , 17-02-2
Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2007
ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΟΝΑΣ
Έτος 1973. Η πρώτη ποιητική συλλογή του Γιώργου Χρονά, Βιβλίο 1, αρχίζει με το ποίημα «Αλεξάνδρεια», την πόλη που σηματοδοτεί τη γέννηση μιας νέας ποίησης, αλλά και ένα χώρο κινητό, ένα χώρο που μεταβάλλεται σε διάσταση του χρόνου και όχι το αντίστροφο (στο «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον» η Αλεξάνδρεια φεύγει, το ποιητικό εγώ παραμένει, αντιμέτωπο με τον θάνατο). Το δεύτερο ποίημα της ίδιας συλλογής ονομάζεται «Πέραμα», τόπος αλλά και μυητικό πέρασμα σε άλλον τρόπο ζωής, σε άλλη μορφή ποίησης, ενώ το τρίτο φέρει τον τίτλο «Πάντα είναι Αύγουστος». Εδώ η χρονική διάσταση εμφανίζεται ως σταθερότητα: ο χρόνος μένει ακίνητος, γίνεται χώρος, αλλάζει ντεκόρ, γιατί είναι ο χρόνος που δεν ζήσαμε, γιατί η δύναμη του πόθου μάς φυλακίζει στην ανυπαρξία.Οι ίδιες χωροχρονικές φιγούρες επανέρχονται στη νέα συλλογή Κατάστημα Νεωτερισμών, είναι όμως μεταμορφωμένες, απελευθερωμένες. Ακούγεται η φωνή του ποιητή ως μότο στην αρχή της συλλογής:Φτάνουνε τα νέα μοντέλα/ από τα Παρίσια, το Μιλάνο/ το μαγαζί αυτό πρέπει/ ν' αλλάξει βιτρίνες,/ ντεκόρ (σελ. 9)Η ζωή μας μοιάζει με κατάστημα νεωτερισμών και εμείς με περαστικούς που κοιτάμε τις βιτρίνες:Τα σχέδια με τους δράκους, τα φυτά/ είναι για σας/ που προσπερνάτε (σελ. 34)Στο ποίημα «Διαθήκη, Α'» η μητέρα λέει στον νεογέννητο γιο της: Τώρα μπορείς να δεις τον κόσμο [...]/ Τα πάντα είσαι να κάνεις,/ κανένα πρόβλημα/ Μόνο να μην καπνίζεις (σελ. 22)Οι στίχοι αυτοί βασίζονται σε πραγματική συμβουλή της μητέρας του. Το μόνο «μήλο» που απαγορεύει η μάνα - δημιουργός στον Κήπο της Εδέμ ή και της Κολάσεως είναι να μην καπνίζει ο γιος της. Το κάπνισμα αποκτά μορφή οιδιπόδειου συμπλέγματος, προσλαμβάνει ποικίλες μορφές στο έργο του Γιώργου Χρονά. Στο Βιβλίο 1 το κίτρινο χρώμα από το τσιγάρο γίνεται σημάδι του χρόνου που παραμένει ακίνητος πάνω στα χέρια του καπνιστή. Στην ίδια συλλογή, στο ποίημα «Οι νεκροί γέμισαν τους διαδρόμους», οι νεκροί ταυτίζονται με ένα τσιγάρο, αυτό που «βλάπτει σοβαρά την υγεία» και που είναι αντικείμενο του πόθου τους. Το κάπνισμα επανέρχεται ως έμμονη εικόνα, το τσιγάρο ως πολυσήμαντο σημαίνον: απαγόρευση, στίγμα στα δάχτυλα, χρόνος που δεν ζήσαμε.Πραγματικά γεγονότα εμπνέουν τον ποιητή και εκείνος τα μεταμορφώνει σε φαντάσματα που μας κυνηγούν για να μας υποχρεώσουν να βλέπουμε τη ζωή με διαύγεια. Στο ποίημα «Διαθήκη, Β'» η μητέρα λέει:Γεννήθηκες 3 και 50/ Ψηλά σε σήκωσαν οι νοσοκόμες/ να δεις τη θάλασσα/ Όταν ήρθες πάλι δίπλα μου/ ίσα που ανέπνεες/ Σε πήρα στο στήθος μου/ Οιδίποδα να σε πω/ ή Θόδωρο; (σελ. 23)Στα μάτια της ίδιας της μητέρας του ο ποιητής εμφανίζεται ταυτόχρονα ως κοινός θνητός που όμως είναι θείο δώρο και ως μυθική μορφή, φορτισμένη με την ψυχαναλυτική παράδοση. Η μυθολογία, η ψυχανάλυση, η τέχνη παίζουν πάνω στη σκηνή της ποίησης του Γιώργου Χρονά ή γίνονται μαγικό ντεκόρ μπροστά στο οποίο ξετυλίγεται η ύπαρξη του Ποιητή. Ο ίδιος γίνεται διακείμενο μέσα στο δικό του κείμενο, οιδιπόδεια φιγούρα του κατ' εξοχήν ποιητή, που περιπλανήθηκε από την Κόρινθο στη Θήβα διά μέσου των Δελφών, για να ζήσει πλάι στη μητέρα - βασίλισσα.Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για ανατρεπτική γραφή. Ωστόσο, μια τέτοια ανάγνωση αποκαλύπτει προκατάληψη εκ μέρους του αναγνώστη: περιμένει κάτι συγκεκριμένο και ο ποιητής ανατρέπει τις προσδοκίες του. Με την έννοια αυτή κάθε πραγματική ποίηση είναι ανατρεπτική. Θα ακουστεί ως παραδοξολογία αλλά νομίζω ότι η πιστοποίηση της ύπαρξης ανατροπής είναι συχνά αποτέλεσμα συντηρητικής ανάγνωσης. Ο αναγνώστης του Γιώργου Χρονά πρέπει να κάνει tabula rasa για να μπορέσει να διεισδύσει στο ποίημα, να ανακαλύψει ορισμένα από τα μυστικά του και να απολαύσει την πρωτοτυπία του.Αυτό που βγαίνει από μια ανάγνωση του candide lector, όπως έλεγαν οι Λατίνοι, μπροστά στη θέαση ενός νέου κόσμου, είναι η ρεαλιστική γραφή που αντιτίθεται στον ρυθμό του στίχου, η πολυσημία και η ποιητικότητα που παλεύουν ενάντια σε πραγματικά γεγονότα. Εδώ δεν μπορεί να παίξει πρωτεύοντα ρόλο η μεγάλη κυρία της λυρικής ποίησης, η μεταφορά. Εδώ πρωταγωνιστεί η χαρακτηριστική φιγούρα της πρόζας, η μετωνυμία, και ακόμη περισσότερο η συνεκδοχή: το μέρος αντί του όλου, η ύλη αντί του αντικειμένου. Ο συνεκδοχικός τρόπος έκφρασης αφήνει κενά που καλείται να συμπληρώσει ο αναγνώστης, όχι όμως σύμφωνα με τους κανόνες της ποιητικής. Στην ποίηση του Γιώργου Χρονά τα κενά βρίσκονται ταυτόχρονα στο δικό του κείμενο και στη ζωή όλων μας:Οι μέρες αδειάζουν κώνειο/ στα γεμάτα ποτήρια μας/ κι εγώ δεν είμαι ο Σωκράτης/ για να πεθάνω ήρεμα στη φυλακή (σελ. 14)γράφει στο ποίημα «La morte degli amanti», Ο θάνατος των εραστών, τίτλος γνωστού ποιήματος του Μποντλέρ.Στη νέα ποιητική συλλογή του Γιώργου Χρονά η λιτότητα και η αμεσότητα του λόγου δεν είναι μια απλή τεχνική, γι' αυτό και παρασύρουν τον αναγνώστη σε έναν κόσμο καθημερινό και συνάμα ανοίκειο. Ακολουθούμε τον ποιητή στα στενά σοκάκια, μακριά από το φως της ημέρας, γιατί μόνο στο σκοτάδι της νύχτας θα δούμε μύθους να κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Το Κατάστημα Νεωτερισμών μάς προσκαλεί να ζήσουμε σε ένα χώρο που αναβλύζει αληθινή ποίηση.
Ζωή Σαμαρά, «ΤΟ ΒΗΜΑ», 15-02-1998
Για το βιβλίο:
Αν ο Παζολίνι έφτανε αυτό το φθινόπωρο του 2004 στα μέρη μας, θα 'ταν 82 ετών. Γεννήθηκε στη Μπολώνια το 1922. Βρέθηκε δολοφονημένος στην Όστια την Κυριακή 2 Νοεμβρίου του 1975. Ήταν 53 ετών. Εκεί, σ' ένα τοπίο όπως στις ταινίες του, στήθηκε το βιαστικό σκηνικό του τέλους. Οι εφημερίδες που κυκλοφόρησαν το πρωί της Δευτέρας μιλούσαν για τις λεπτομέρειες. Από την εποχή της στυγνής εκτέλεσης στη Γρανάδα του Λόρκα είχε να ζήσει ο κόσμος μια παρόμοια αρχαία σκηνή θανάτου. Ξέρω πώς θα έφτανε σήμερα εδώ ο Παζολίνι -φορώντας καμπαρτίνα. Κρατώντας ένα μπαστούνι για να ισορροπεί την ευφυΐα του. Την ορθοστατική πίεση. Θα 'ταν πάντα αληθινός και οξύς. Τα γυαλιά του θα τού έκρυβαν τα μάτια. Τα μάτια του που έβλεπαν μακριά και πίσω από τα αντικείμενα. Θα ήταν λιπόσαρκος. Αυστηρός στην τροφή του. Δεν θα κάπνιζε. Δεν θα 'κανε τίποτα κοινό. Όπως πάντα. [...] Γιώργος Χρονάς
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ

Tο βιβλίο αυτό παρουσιάζει μια φωτογραφική εργασία που πραγματοποιήθηκε κάτω από συνθήκες απαγόρευσης, σε μια χώρα όπου οι αρχές ελέγχουν όχι μόνο το αν μπορεί να καταγραφεί κάτι αλλά και το πώς θα καταγραφεί. Η Βόρεια Κορέα είναι ίσως η πιο απομονωμένη χώρα στον κόσμο. Δεν είναι τυχαίος ο χαρακτηρισμός της ως «Ερμητικό Βασίλειο», που την ακολουθεί ιστορικά, και σήμερα μοιάζει πιο επίκαιρος από ποτέ. Οι εικόνες του Γιάννη Κόντου αναπαριστούν έναν άλλο κόσμο, πολύ μακριά από τη δική μας πραγματικότητα. Και αυτό είναι το στοιχείο που κάνει αυτή τη δουλειά πολύτιμη: είναι ένα παράθυρο σε έναν κόσμο στον οποίο δεν έχουμε, υπό κανονικές συνθήκες, καμία πρόσβαση. Στις εικόνες είναι έντονο το στοιχείο του παράδοξου, του αλλόκοτου, του ανεξήγητου με την (οικεία, δυτική) λογική. Kοριτσάκια που κρατούν καλάσνικοφ, πλήθη μπροστά σε γιγαντοαφίσες οι οποίες δε διαφημίζουν καταναλωτικά προϊόντα αλλά καλούν το λαό να συντρίψει τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, μια μεγάλη μητρόπολη με ουρανοξύστες χωρίς διαφημίσεις που βυθίζεται στο σκοτάδι μετά τις δέκα το βράδυ, η μπαρόκ αίσθηση δημοσίων χώρων όπως το μετρό της Πιονγιάνγκ, το πορτρέτο του Μεγάλου Ηγέτη σε κάθε πιθανό σημείο δημόσιου η ιδιωτικού χώρου, η αίσθηση της μιλιταριστικής τελετουργίας ακόμη και στις πιο κοινότοπες στιγμές του ανθρώπινου βίου...

Ο Αριστείδης ο μικρός ιπποπόταμος το σκάει από το ζωολογικό κήπο για μια βόλτα στην πόλη της Αθήνας. Το βιβλίο αυτό το δημιούργησαν ο Γιάννης Κοντός και ο Δημήτρης Μυταράς με αγάπη για τα παιδιά και τα ζωά.ΚΡΙΤΙΚΗΟταν ο Γιάννης Κοντός μού είπε ότι έγραψε τον Αριστείδη, τον μικρό ιπποπόταμο, ένα βιβλίο για μικρά παιδιά, παραξενεύτηκα. Τον ξέρω για καλό ποιητή μα νόμιζα πως πιο πολλή σχέση μπορεί να έχει με έναν ιπποπόταμο παρά με ένα παιδάκι. Διαβάζοντας το βιβλίο του άλλαξα γνώμη, τόσο μάλιστα που πίστεψα πως, όταν ορισμένα βράδια μάς λέει ότι κάθεται σπίτι για να δουλέψει, αυτός συναντά παιδάκια και τους διαβάζει παραμύθια. Γιατί το βιβλίο του είναι έτσι γραμμένο σαν να το διηγιέσαι σε παιδί.Ο Αριστείδης, ο μικρός ιπποπόταμος, στον περίπατό του μέσα σε μια πόλη λέει ένα σωρό πράγματα στα παιδιά που τα μαθαίνουν ακούραστα και τους πετάει λέξεις που ίσως να τις άκουσαν πρώτη φορά, μα είμαι σίγουρη πως δεν θα τις ξεχάσουν. Τι είναι το πουλάκι που κελαηδάει στην πλάτη μιας καμηλοπάρδαλης, το γέρικο πολεμικό άλογο, η αστρολογία και τα ουράνια σώματα; Και άλλα πολλά ακόμη που σίγουρα θα κεντρίσουν την όρεξη του μικρού αναγνώστη να μάθει γι' αυτά. Ισως πάλι θελήσει να μιμηθεί τον Αριστείδη που δεν τρώει τσιπς και πατατάκια αλλά λαχανικά και φρούτα. Παρ' όλο που ο Αριστείδης είναι ρομαντικός και ακούει τα κελαηδίσματα των πουλιών και τα κουκουνάρια που κουδουνίζουν στα δέντρα τους, ανάμεσα στη θάλασσα και στον ουρανό βλέπει και το νέφος που τα σκεπάζει όλα και μυρίζει στον αέρα καμένο λάστιχο και θειάφι.Μια βόλτα στην πόλη με τις ομορφιές και τις ασχήμιες της, τα αρχαία, τα βραχάκια, τους αδέσποτους σκύλους και το σιδερένιο δάσος από τις κεραίες, τους διαφορετικούς ανθρώπους που άλλοι είναι μαύροι, άλλοι κίτρινοι κι άλλοι μελαψοί και μιλούν αλλόκοτες γλώσσες, μα που περπατούν κι ανασαίνουν, ζουν δίπλα μας. Ολα αυτά τα λέει ο Αριστείδης του Γιάννη Κοντού στο μικρό παιδί για να το μαγέψει. Και την ίδια στιγμή το συνεπαίρνουν οι καταπληκτικές εικόνες του Δημήτρη Μυταρά, που με τέτοιον τρόπο είναι φτιαγμένες ώστε το παιδί να πιστέψει πως έτσι ακριβώς θα τις ζωγράφιζε κι εκείνο. Συνήθως ένας γνωστός ζωγράφος, όταν του προτείνουν να εικονογραφήσει κάποιο βιβλίο, άθελά του παραμερίζει το βιβλίο και ζωγραφίζει σύμφωνα με την έμπνευσή του. Ο Δημήτρης Μυταράς όμως κάνοντας θαυμάσιους πίνακες ακολούθησε λέξη προς λέξη την ιστορία του μικρού Αριστείδη.Ενα βιβλίο για παιδιά δεν έχει αυτό καθαυτό αξία αν δεν μπορεί ο μικρός αναγνώστης να πάει πέρα από εκείνο και να αρχίσει να σε ζαλίζει με χίλια δυο «γιατί». Και ύστερα να προσπαθήσει και αυτός να ζωγραφίσει άλλες σκηνές που τον εντυπωσίασαν, που κατά τη γνώμη του ο ζωγράφος παρέλειψε να φτιάξει. Νομίζω ότι το δίδυμο Μυταράς - Κοντός το καταφέρνουν αυτό και τα παιδιά θα αγαπήσουν τον Αριστείδη, τον μικρό ιπποπόταμο, που στη ράχη του είναι θρονιασμένη μια πανέμορφη πεταλούδα.
ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΒΑΡΔΑΡΗΣ
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ «ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΒΑΡΔΑΡΗ»Όλα ξεκίνησαν από μια φωτογραφία (αυτή του εξωφύλλου) που δείχνει Έλληνες πρόσφυγες από το Μελένικο. Την είχε τραβήξει ο August Leon, ένας από τους φωτογράφους και καμεραμέν που έστελνε, τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, ο Alber Kahn, Γαλλοαλσατός μεγαλοτραπεζίτης αλλα και ουμανιστής, στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Στόχος του να δημιουργήσει τα Αρχεία του Πλανήτη (υπάρχουν σήμερα στο Μουσείο Alber Kahn στο Παρίσι) θεωρώντας πως έτσι συμβάλλει στην ειρηνική συνύπαρξη των λαών. Στη φωτογραφία αυτή που έχει τραβηχτεί στο Σιδηρόκαστρο Σερρών, όπου κυρίως κατέφυγαν οι Μελενίκιοι, είναι και ο εικοσάχρονος, το 1913, παππούς μου.
Ξεκινάω λοιπόν μια συνομιλία μαζι του, με την ταραγμένη εκείνη εποχή, στήνοντας ταυτόχρονα και το δικό μου μυθιστόρημα. Η ματιά μου είναι σημερινή. Δεν προσπαθώ να κάνω αναπαράσταση του χθες, αλλά να το «διαβάσω» μέσα από το σήμερα. Δεν πιστεύω άλλωστε ότι μπορεί να γίνει και αλλιώς όταν πρόκειται για εποχές που δεν έχουμε οι ίδιοι ζήσει. Όπως και νάχει δεν ακολουθώ με τίποτε την κλασική συνταγή του λεγόμενου ιστορικού μυθιστορήματος (δεν έχω ως πρότυπο τον πατερούλη Σερ Ουώλτερ Σκοτ) μάλλον μεταμοντέρνα είναι η συνταγή μου.
Η αλήθεια του μυθιστορήματος, πέρα από το πώς είναι φτιαγμένο, βασίζεται στο βαθύτατο και επώδυνο συναίσθημα της απώλειας. Οι ήρωες, νέα παιδιά, στο ξεκίνημα της ζωής τους, με τα χιλιάδες όνειρα και την μεγάλη δίψα για ζωή, τσακίζονται με τον πόλεμο. Χάνουν τους φίλους τους, τους νεανικούς τους έρωτες, μπορεί και τους γονείς τους, και τέλος την ίδια τους την πατρίδα.
Ανάμεσα σ΄ όλα αυτά κι ένας αιρετικός έρωτας που τα αψηφά όλα και αποφασίζει να πει την δική του λέξη στη απανθρωπιά του πολέμου και κάθε πολέμου. Φυσικά υπάρχει το πανέμορφο Μελένκο, παλιά βυζαντινή πολιτεία, η κοσμοπολίτικη Θεσσαλονίκη και το πολύβουο Παρίσι. Υπάρχουμε κι εμείς που τα κοιτάμε, με την απόσταση ενός αιώνα, και αφηνόμαστε στο ταξίδι που μας υπόσχονται
ΛΕΥΚΕΣ ΝΥΧΤΕΣ ΣΤΟ ΒΑΤΙΚΑΝΟ
"Μήλο+Θάνατος+...+... ", Πλέθρον 1980
"Διακοπές χωρίς πτώμα", Άκμων 1980, Καστανιώτης 1997
"Εορταστικό τριήμερο στα Γιάννενα", Νεφέλη 1982, Κέδρος 2001
"Η Φάρσα", Κέδρος 1982
"Μεξικό", Κέδρος 1988
"Χοιροκάμηλος", Κέδρος 1992
"Ο βασιλιάς του φλίππερ", Καστανιώτης 1998
"Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές", Κέδρος 1999
"Ο ζεστός κύκλος", Ελληνικά Γράμματα 2000
"Δαμάζοντας το κτήνος", Κέδρος 2003
"Αχτίδα στο σκοτάδι", Κέδρος 2005
ΛΕΥΚΕΣ ΝΥΧΤΕΣ ΣΤΟ ΒΑΤΙΚΑΝΟ
Είμαι ο δούλος της αγάπης. Αυτό με κρατάει ξύπνια. Όταν άρχισε, το περασμένο καλοκαίρι, ετοιμαζόμουν να φύγω για διακοπές. Ήταν Παρασκευή, 22 Ιουλίου και δεν έκλεισα μάτι ως το μεσημέρι της Δευτέρας. Την εποχή του καύσωνα η μία στις δυο νύχτες μου ήταν λευκή. Οι διακοπές αναβλήθηκαν και οι φίλοι μου ένιψαν τας χείρας τους. Χωρίς να το καταλάβω ο έρωτας έτρωγε την κούραση. Η νύστα είχε εξαφανιστεί. Έφτασα να κοιμάμαι δέκα ώρες τη βδομάδα. Ποτέ δεν είχα αισθανθεί καλύτερα.
Το δεκαπενταύγουστο άρχισα να βγαίνω στους δρόμους. Μόλις άναβαν τα πρώτα φώτα στα γεφύρια του Τίβερη, το ερωτικό παραλήρημα με τραβούσε έξω από το σπίτι. Έφευγα και πήγαινα στο Τραστέβερε, τριγύριζα ώρες στα σοκάκια, βαριόμουν θανάσιμα. Περνούσα πάλι τη γέφυρα του Γαριβάλδη, έκανα βόλτα στο γκέτο, έπινα καφέ στην πιάτσα Ναβόνα κι έφευγα κι από κει λέγοντας οτι δεν πρόκειται να ξαναπατήσω. Δεν ξαναπατούσα. Κάθε μέρος με έδιωχνε, κάθε νύχτα έκανα άλλη διαδρομή. Ο έρωτας με κυνηγούσε στον ανήφορο της Τρινιτά ντέι Μόντι και ταυτόχρονα με έσπρωχνε στον κατήφορο που τραβάει ευθεία για την κολόνα του Τραϊανού. Λαχανιασμένη άλλαζα πεζοδρόμιο. Γύριζα πίσω στον Τίβερη. Χωρίς να κοιμηθώ έτρεχα μέχρι την Άρα Πάτσις, έτρεχα στις Θέρμες του Καρακάλλα.
Με το φθινόπωρο η κατάσταση χειροτέρεψε. Η αυπνία ήταν ακατανίκητη, ο έρωτάς μου δε χωρούσε στους δρόμους της Ρώμης. Έτσι ήρθα στο Βατικανό. Νοίκιασα ένα δυάρι σε μια πλατεία που λέγεται αγία Μαρία των Χαρίτων στους Φούρνους. Από το παράθυρο φαίνεται ο άγιος Πέτρος. Είναι Νοέμβρης και η ζωή μου βαδίζει πλέον σταθερά ενάντια στον ύπνο.
Μένω στο Βατικανό. Σ'αυτή την πολυκατοικία οι περισσότεροι είναι ταξιτζήδες. Τώρα τις νύχτες δεν κοιμάμαι πια καθόλου. Κάθομαι στο κρεβάτι μου, στο σκοτάδι, κοιτάζω το φωτισμένο διάδρομο και μετράω τα φιλιά. Ένα, δυο, τρία, δέκα... είκοσι φιλιά. Φιλιά, φιλιά, θέλω πιό πολλά φιλιά... Ποτέ δεν φτάνουν. Μερικά χάνονται στους τοίχους. Άλλα τρέχουν ασταμάτητα ή μένουν κολλημένα στο γλόμπο του διαδρόμου. Γυρίστε, γυρίστε σε μένα, φιλιά... Κάποιο κρύβεται στην πόρτα του μπάνιου. Ο ρυθμός της αναπνοής μου γίνεται πιό γρήγορος. Τα χείλη μου έχουν ξεραθεί. Κάνει κρύο, στη μετακόμιση ξέχασα τις κουβέρτες. Με την πλάτη στον τοίχο τυλίγομαι με το σεντόνι σαν μούμια και περιμένω. Ένα, ένα, έρχονται στην αγκαλιά μου και σβήνουν. Φιλιά, φιλιά, δε χορταίνω τα φιλιά. Όταν οι καμπάνες του αγίου Πέτρου σημάνουν τον όρθρο, βρίσκομαι εδώ κοκαλωμένη κι εξακολουθώ να μετράω. Χίλια, χίλια διακόσια φιλιά... Ποτέ δεν είναι αρκετά. Στο τέλος όλα γυρίζουν πίσω και πέφτουν πάνω μου ορμητικά. Μια νύχτα μπορεί να χωρέσει μέχρι τρεις χιλιάδες φιλιά.
Τις Κυριακές, μετά το ματς, τα φιλιά είναι λιγότερα. Αν σφυρίξει πέναλτυ προλαβαίνω να μετρήσω ως 25 στη στιγμή. Όταν με πιάνει η ισχυαλγία, εκείνα τα βράδια με την ψιλή, αόρατη βροχή που η υγρασία ανεβαίνει από τον Τίβερη και σου κολλάει στο δέρμα, βγαίνω και πηγαίνω κουτσαίνοντας στο μπαρ Καρδινάλιος Λουάλντι. Ένα καφέ, ένα ποτήρι νερό, ένα κορνέτο, λέω και πέφτω εξουθενωμένη στο κάθισμα. Το γκαρσόνι έχει ήδη φύγει, ξέρει απέξω την παραγγελία. Τελειώνει εκεί. Η ανυπομονησία με τρώει, τα νεύρα μου είναι κουρέλι, θέλω να γυρίσω σπίτι να μετρήσω τα φιλιά. Πριν έρθει ο δίσκος, ρίχνω τα χρήματα στο τραπέζι και σηκώνομαι με κόπο. Τρέχω, τρέχω, ενώ η βροχή δυναμώνει. Πόσο γρήγορα μπορεί να τρέξει ένας κουτσός;
Τις άλλες μέρες είναι όπως σήμερα. Μένω μέσα. Για ποιό λόγο να βρώ. Το πόδι μου δεν πονάει. Η ώρα περνάει και σκέφτομαι τί γλυκιά που είναι η δουλεία και πόσο μ'αρέσουν τα φιλιά. Περιμένω να σκάσει ο παρουσιαστής του δελτίου ειδήσεων. Στις έντεκα ακριβώς οι γείτονες σβήνουν την τηλεόραση. Τα μεσάνυχτα αρχίζω το μέτρημα. Όλα είναι ήσυχα, πολύ ήσυχα. Δεν ακούγεται κανένας θόρυβος. Το νερό τρέχει στη μπανιέρα. Κάθε τόσο το ψυγείο παίρνει μπρος. Μου λείπεις, σε έχω πεθυμήσει. Μου λείπουν τα φιλιά. Πολλά, πιό πολλά, αμέτρητα φιλιά. Ξεροκαταπίνω στο σκοτάδι. Το νερό έχει γεμίσει τη μπανιέρα.
Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2007
ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ ΜΕ ΕΛΑΧΙΣΤΑ
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα.
Η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ είναι από τις κορυφαίες μας ποιήτριες. Αν και πολυγραφότατη, ο όγκος της δουλειάς της δεν είναι αντιστρόφως ανάλογος με την ποιότητά της, όπως συμβαίνει συχνά, αλλά ευθέως. Με ένα μεγάλο νονό, τον Νίκο Καζαντζάκη, έπρεπε να σταθεί στο ύψος της ευθύνης της.
Η τελευταία της συλλογή, «Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα», αποτελεί μια ποιητική μεταγραφή της Καζαντζακικής ρήσης «Να βλέπεις την άβυσσο χωρίς να τρομάζεις». Ο τίτλος, λιτός και μεστός σαν επίγραμμα, εκφράζει τη υπαρξιακή της στάση και τη μεταφυσική της αντίληψη, σαν απολογισμός ζωής, όπως και όλα τα ποιήματα.
Χωρίς να δημιουργεί την αίσθηση μιας πυκνότητας που, σαν εσωτερικός μονόλογος χωρίς αποδέκτη κάνει συχνά την σύγχρονη ποίηση ολότελα κρυπτική για ένα μέσο αναγνώστη (και όχι μόνο), η ποίηση τους Ρουκ έχει κάτι το λιτό και το απέριττο, τη διαύγεια ενός αγάλματος της κλασικής εποχής ή ενός καβαφικού ποιήματος. Δεν στέκεσαι μπροστά σε ένα αίνιγμα προς αποκρυπτογράφηση, κάτι που αποτελεί πρόκληση για ένα θεωρητικό της ερμηνευτικής, αλλά σε ένα πανέμορφο διαμάντι που εκλύει τα πιο βαθιά αισθήματα της αναγνωστικής ανταπόκρισης. Χρησιμοποιώντας τις λέξεις στην κυριολεξία τους, με ελάχιστες μεταφορές, φέρνει στο νου τον στίχο του Σεφέρη «Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη». Στην Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούκ, στην Κάτια της παρέας του Σαββάτου στην Άγκυρα, δόθηκε αυτή η χάρη.
«Θάλασσες με μπλε πανοπλίες
μάχονται τη γαλάζια ανωνυμία των ουρανών» είναι από τις ελάχιστες, αλλά τόσο εξαίσιες μεταφορές που υπάρχουν σ’ αυτή τη συλλογή. Η Αγγελάκη προτιμάει περισσότερο την αλληγορία:
«Τα δέντρα ζήλευα που όσο ζουν
ανανεώνουν τη νιότη τους
με φύλλα×
φύλλα προσωρινά αιώνια
ερωτευμένα με τη βροχή.
Και τα αειθαλή
με τη σταθερή ωριμότητά τους
ίσως να μη γνώρισαν ποτέ
κάτι που να τρέμουν μη το χάσουν…» (σελ. 24).
Η Αγγελάκη είναι ιδιαίτερα επινοητική και στη φόρμα. Στο πιο μακροσκελές της ποίημα, που καταλαμβάνει τις οκτώ από τις είκοσι επτά σελίδες των ποιημάτων της, χωρισμένο σε επτά μέρη, χρησιμοποιεί τον τίτλο σαν εισαγωγικό στίχο σε κάθε μέρος: Θέλω να γράψω ένα ποίημα: για την πραγματικότητα, για τη δύναμη και την ανημποριά, για την πρώτη φορά που βρέθηκε γυμνή χωρίς να ’μαι πια μικρή για τα μάτια ενός άντρα, για το φόβο που σαν τον έρωτα σε συνεπαίρνει, για τα κρυμμένα αστέρια της καθημερινότητας, την εξυπνάδα, την καλοσύνη, την ευθυμία, και τέλος για τη μοίρα. Επινοητικός είναι και ο στίχος καθ’ αυτός, υποδηλώνοντας πως ό,τι και να γράψεις δεν μπορεί να εξαντλήσεις αυτό που μπορεί να ειπωθεί.
Εξίσου επινοητικό είναι και το δισέλιδο «Η αόρατη», όπου σε επίπεδο σημαίνοντος ο πρώτος στίχος κάθε στροφής συνιστά την αναίρεση της προηγούμενης:
«Αλλά είμαι ασήμαντη.
Στο πιο κόκκινο σπίτι μένω-κτισμένο
με πέτρες τεράστιες
σαν κεφάλια ζώων πριν απ’ τον κατακλυσμό.
Αλλά είμαι άστεγη
Όλες τις ομορφιές της γης τραγουδώ:
τις κινήσεις των ζωντανών
τα μαλακά τους ποδαράκια, τ’ ανοιχτά φτερά.
Αλλά είμαι άφωνη. Σιωπή σκεπάζει όλες
τις έντεχνες κραυγές μου.
Αισθάνομαι ανοιχτή σαν τοπίο παρθένο×… (σελ. 25).
Είναι σπάνιο σε μια ποιητική συλλογή να μην υπάρχει κάποιο σχόλιο για την ίδια την ποίηση, τόσο στη διαχρονία, όσο και στη συγχρονία της:
«Όχι το ταλέντο
αλλά οι άπειρες συμπτώσεις
άφησαν να πέσει στο χώμα
ώριμος καρπός το ποίημα» (σελ. 14) και
«Ελάχιστες περιγραφές φύσης
πια στους στίχους×» (σελ. 20).
Και τα τέσσερα βασικά προβλήματα του ανθρώπου στην κατά Γιάλομ υπαρξιακή ψυχολογία βρίσκονται παρόντα στη συλλογή αυτή: Ο έρωτας, το νόημα της ζωής, η μοναξιά και ο φόβος του θανάτου.
Ένας ήρωας του Καζαντζάκη, μιλώντας για τον θάνατο ουρλιάζει «δεν υπογράφω». Η Αγγελάκη, σε πιο χαμηλό τόνο, παραπονιέται στο «Γενναίο παράπονο»:
«Δεν θέλω να πεθάνω!
Έτσι. Χωρίς ιδιαίτερο λόγο.
Δεν θέλω» (σελ. 30)
Και στην «Άλλη μοναξιά» μιλάει με το ίδιο παράπονο:
«Με την ηλικία όλο μεγαλώνουνε τα χάσματα
που άνοιξε ό,τι δεν ειπώθηκε ποτέ
κι η παρουσία του άλλου
εξισώνεται με την απουσία του×
…………..
Κι όλα μοιάζουν από φιλάργυρο μετρημένα
και μαζί περιττά
αφού είναι πια άχρηστα στη φύση.
Αυτή να εκτελεστεί η συμφωνία μας μόνο θέλει
κι ας μην τη συνυπογράψαμε ποτέ
όπως δεν θα γράψουμε ποτέ
με την πένα της ζωής μας
τη λέξη ΤΕΛΟΣ.» (σελ. 34).
Θέλω να γράψω κάποτε μια μελέτη για τις ανατροπές των μύθων και των στερεότυπων. Εκεί θα εντάξω και τις δυο παρακάτω μεγαλειώδεις ανατροπές της Αγγελάκη:
Η πρώτη, δηλώνεται ήδη στον τίτλο του ποιήματος: Η ευλογία της έλλειψης, που ξεκινάει:
«Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου×
ό,τι μου λείπει με προστατεύει
από κείνο που θα χάσω×»
και πιο κάτω:
«Ό,τι μου λείπει με διδάσκει
ό,τι μου ’χει απομείνει με αποπροσανατολίζει
γιατί μου δείχνει εικόνες απ’ το παρελθόν
σα να ’ταν υποσχέσεις για το μέλλον» (σελ 31).
Η άλλη ανατροπή κτυπάει την καρδιά της βουδιστικής διδασκαλίας, που τόσο είχε μαγέψει το νονό της:
«Λευτεριά δεν είναι μόνο
να λυτρωθείς από την επιθυμία
αλλά και να τολμάς να διακηρύξεις
τον μυστικό σου πόθο» (σελ. 30).
Με την τελευταία της αυτή ποιητική συλλογή η Αγγελάκη αναδεικνύεται ως μια κορυφαία ποιήτρια. Γυναίκα ποιήτρια. Η οποία τελειώνει το «Αόρατη» ως εξής:
«Αλλά παραμένω αόρατη. Γιατί είμαι γυναίκα» (σελ. 26). Τόσο αόρατη, που μόνο ένα δεύτερο κρατικό βραβείο ποίησης κατάφερε να πάρει με τους «Μνηστήρες» (1984). Δεν είναι ζήτημα ποσοστόσεων, αλλά ένα πρώτο κρατικό βραβείο ποίησης το αξίζει περίτρανα. Τουλάχιστον.
Μπάμπης Δερμιτζάκης
KTONIA-AYTO
Η Ελένη Καρασαββίδου, Πτυχιούχος του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου και του Πανεπιστημίου του Νότινγχαμ, με μεταπτυχιακούς τίτλους και υποψήφια διδάκτωρ, και προ παντός ακτιβίστρια σε κοινωνικούς αγώνες, εκδίδει τη δεύτερη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Κτονία-αυτο».
Για να ξεκινήσουμε από τον τίτλο, ένα χαρακτηριστικό υφολογικό στοιχείο της Καρασαββίδου είναι το παιχνίδι με τις λέξεις, κυρίως με τα συνθετικά των σύνθετων λέξεων:
Αντιστροφή των συνθετικών, όπως στον τίτλο: κτονία-αυτό. Σημασία έχει ο φόνος, δευτερευόντως αν είναι του εαυτού.
Νεολογισμοί με συνθετικά: πατριδαλγία. Παραπέμποντας συνειρμικά στη νοσταλγία την ακυρώνει, δηλώνοντας ότι δεν είναι η λαχτάρα της επιστροφής που πονά, αλλά η πατρίδα. Διακειμενικά παραπέμπει στο γνωστό σεφερικό «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει».
Οξύμωροι νεολογισμοί με αντίθετα ως προς τη σημασία συνθετικά: πανωλεθρίαμβοι: Πύρρειες νίκες, με διάταση της σημασίας, ή αλλιώς σε πάμπολλες μεταφορικές εφαρμογές.
Παρακολουθώντας την παρουσίαση της πρώτης ποιητικής συλλογής της Καρασαββίδου ακούσαμε με έκπληξη κάποιον από τους εισηγητές να επαναλαμβάνει με τη χαρά μιας πρωτοφανούς διαπίστωσης ότι από την ποιητική αυτή συλλογή της ποιήτριας απουσιάζει το ερωτικό στοιχείο. Το «απουσιάζει» παραπέμπει στην παράλειψη, άρα όσο και να μην ήταν στις προθέσεις του υπολανθάνει ένα αξιολογικό στοιχείο.
Με τον Γιάννη τον Μανιάτη που είμαστε μαζί γελάσαμε πολύ. Γιατί άραγε ένας ποιητής θα πρέπει σώνει και καλά να γράφει για τον έρωτα; Όμως χωρίς να το θέλεις επηρεάζεσαι. Έτσι, παίρνοντας αυτή την ποιητική συλλογή στα χέρια μου, είχα την περιέργεια αν αυτή τη φορά ο έρωτας θα έκανε την εμφάνισή του.
Την έκανε. Μια σύντομη πασαρέλα, σε δυο υπέροχα «επιγράμματα». Στο νούμερο 7 με τίτλο Έρωτας Ι (μη αποδεκτός)
Ήρθες
Και μου ’φερες τόσα σταυροδρόμια.
Και
Έρωτας ΙΙ (μη παραδεκτός)
Και ξάφνου ήρθε ο έρωτας
Μ’ όλα τα γράμματα Ματωμένα.
Στην επόμενη συλλογή περιμένουμε το επόμενο επίγραμμα, με μόνο το δεύτερο συνθετικό.
Η ανατρεπτική γραφή της Καρασαββίδου ακυρώνει μηνύματα που έχουν γίνει πια τόπος στη ζωή και τη λογοτεχνία.
Επίγραμμα 11. Αληθινή ευχή.
«Ν’ αναπαυθεί η ψυχή του».
Όχι! Να συνεχίσει το ταξίδι της.
Επίγραμμα 5, Δημιουργός
Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη
Να εύχεσαι να μην υπάρχει δρόμος.
Όμως το πιο «ανατρεπτικό» από αυτή την άποψη, ποίημα, είναι το Για ένα πουκάμισο γεμάτο. Βαθιά φεμινιστικό ποίημα, αποκαθιστά μιαν Ελένη που έχει διασύρει ο Όμηρος και η μετ’ αυτόν.
«Θέλω να γυρίσω στο νησί μου που ναι
γεμάτο κορίτσια και να τους προσφέρω
ένα δίκτυ γεμάτο λέξεις απαγορευμένες μέχρι
τότε γι αυτές», ξεκινάει παραθέτοντας απόσπασμα από την «Ποιητική του έρωτα» του J. Winterson.
Και συνεχίζει:
Έτσι κάπως θ’ άρχιζε η αληθινή
Απολογία της Ελένης,
Που την ονόμασαν «κοινή»
Στην Αρχαιότητα,
Γιατί άφησε την κλίνη τη βασιλική
Για να βρει τον Εαυτό της.
Χαρίζοντας και σ’ αυτήν λέξεις που ’ταν
Μονάχα του Μενέλαου.
«Ταξίδι», «Κατάκτηση», «Ηδονή», «Πείραμα»,
«Σκέψη», «Επιλογή», ΖΩΗ. …
Δικαιωμένη όχι «γιατί δεν πήγε τελικά»,
Ξεβγαλμένη στην ακτή της Αιγύπτου…
Μα γιατί πήγε…
Η Ελένη του Εαυτού της.
Όχι της κλίνης της «δημόσιας τιμής»
Όχι της Τροίας
Ούτε του Πάρη.
Κι ακριβώς γι αυτό
Η Ωραία Ελένη.
Το κείμενο αυτό θα άξιζε να διδάσκεται μαζί με το ποίημα του Σεφέρη ως παράλληλο κείμενο στο Λύκειο.
Ο φεμινιστικός προβληματισμός υπάρχει και σε άλλα ποιήματά της, με πιο χαρακτηριστικό το Καίνε ακόμα Μάγισσες! που ξεχωρίζει και για τη στιχουργική του, με τον σχεδόν κανονικό ίαμβο, σε ανισοσύλλαβους στίχους αλλά με την στροφική κανονικότητα του τετράστιχου που συνοδεύεται με δίστιχο, τέσσερις φορές.
Η Καρασαββίδου βρίσκεται σε ένα συνεχή διάλογο με ομότεχνους, είτε για να τους αμφισβητήσει, είτε για να προεκτείνει τις ρήσεις τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλά ποιήματά της ξεκινάνε με μότο.
Παραθέτουμε ακόμη το επίγραμμα 14. «Ο συγγραφέας είναι νεκρός», με ένα αστερίσκο που παραπέμπει «του Barthes»:
Το βιβλίο δεν το γράφεις για τον αναγνώστη
Το βιβλίο το γράφεις με τον αναγνώστη.
Η πιο καταπληκτική επίρρωση της παραπάνω ρήσης του Barthes είναι το ποίημά της με τίτλο Περιγραφή Μέλλοντος.
Στο πιο ακραίο εφέ υπερβολής που έχω συναντήσει, η Καρασαββίδου δεν γράφει τίποτα, η σελίδα είναι κενή. Μόνο πάνω από τον τίτλο φαίνεται ο χωροχρόνος της σύλληψης: (Προς Αθήνα, 17.20, 19-6-2004). Το ποίημα είναι ολοκληρωτικά scriptible από τον αναγνώστη, προκαλώντας τον θεωρητικό της πρόσληψης. Εγώ θα δώσω δυο ακραίες εκδοχές, του ζώου πολιτικού και του ιδιώτη:
Η πρώτη: Το μέλλον είναι ολότελα ζοφερό. Πρέπει να αγωνιστούμε για ένα καλύτερο μέλλον.
Η δεύτερη: Στα παλιά μας τα παπούτσια το μέλλον, αφού εγώ θα είμαι στα θυμαράκια.
Με το παραπάνω ποίημα η Καρασαββίδου ξεπερνάει τον Κώστα Μαυρουδή, όπου στη «Στενογραφία», μια συλλογή σύντομων κειμένων, ένα απ’ αυτά απαρτίζεται από δυο μόνο λέξεις: «Ο Τιτανικός».
Η Ελένη Καρασαββίδου είναι στρατευμένη, και ανάλογα είναι στρατευμένη και η ποίησή της. Η μοίρα των γυναικών μεταναστών που πέφτουν στα χέρια μαστροπών τη συγκινεί ιδιαίτερα. Ένα πραγματικό επεισόδιο, η αυτοκτονία μιας αλλοδαπής που την κρατούσαν έγκλειστη σε διαμέρισμα μαστροποί, πέφτοντας από το μπαλκόνι, αποτελεί την αφετηρία για το ποίημά της Πεζοδρόμιο, παίζοντας με τη δισημία της λέξης:
Ήτανε η πρώτη φορά που η Βίκυ,
ή η Σβετλάνα
ή η Ζωή
Ξέπεφτε αληθινά στο «πεζοδρόμιο»
Στη δική της σύντομη κι ανήλιαγη ζωή.
Και διαβάζοντας το ποίημα θυμηθήκαμε το Lilja4ever, με ίδια θεματική.
Στην Κοινωνική αξιοπρέπεια, το εφέ επανάληψης δίνει τη δυνατότητα στην ποιήτρια να αναφερθεί σε όλες τις κοινωνικές ομάδες που είναι θύματα του κοινωνικού ρατσισμού σήμερα.
-Είσαι παλιοαράπης! Του φώναξε
Ρίχνοντας το πρόσωπό του στις λάσπες
-Όχι! Είμαι ανθρώπινο πλάσμα!
είπε
και στάθηκε όρθιος.
Αυτό το δεύτερο μισό είναι και το λάιτ μοτίφ του ποιήματος.
Πρωτότυπα ανατρεπτική, βαθιά επινοητική, προπαντός κοινωνικά στρατευμένη, η Ελένη Καρασαββίδου αποτελεί μια από τις πιο αξιόλογες ποιητικές φωνές της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Εμείς πιστεύουμε στις μελλοντικές ποιητικές της δημιουργίες. Όσο υπάρχουν ποιητές σαν την Καρασαββίδου, το μέλλον δεν θα είναι μια λευκή σελίδα.
Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2007
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΑΚΗΣ
Βραβείο Αναγνωστών 2007
Τον «κύριο Επισκοπάκη» του Ανδρέα Μήτσου επέλεξε φέτος το κοινό με την ψήφο του και τον έχρισε νικητή του «Βραβείου Αναγνωστών 2007». Ένα βιβλίο που κέρδισε τους κριτικούς όταν κυκλοφόρησε και γοήτευσε τους αναγνώστες του.
«Με εξέπληξε ευχάριστα το γεγονός πως ένα βιβλίο, του οποίου οι αρετές επισημάνθηκαν από την κριτική, τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών. Ευχαριστώ το ΕΚΕΒΙ, την επιτροπή που πρότεινε τον Κύριο Επισκοπάκη και όσους τον ψήφισαν», είπε ο φετινός νικητής του Βραβείου κ. Ανδρέας Μήτσου, που έχει ήδη τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 1996 και με το Βραβείο Γραμμάτων Κώστα Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών το 2002.
Περισσότεροι από 3.000 αναγνώστες ψήφισαν (μόνο μέσω sms φέτος) ενώ καταμετρήθηκαν 2.655 έγκυρες ψήφοι για τα δέκα ελληνικά μυθιστορήματα της shortlist.
για το βιβλίο

Ανδρέας Μήτσου, Ο κύριος Επισκοπάκης, Καστανιώτης 2007
Νουβέλα είναι το καινούριο πεζογράφημα του Ανδρέα Μήτσου. Μεταξύ διηγήματος και μυθιστορήματος, για πρώτη φορά καταπιάνεται ο Μήτσου με το είδος. Και για πρώτη φορά επίσης βάζει υπότιτλο: «Η εξομολόγηση ενός δειλού».
Θεματικά, υφολογικά, αφηγηματικά, μυθοπλαστικά, ο Μήτσου είναι πάντα πλούσιος και ενδιαφέρων. Και στη νουβέλα αυτή ίσως περισσότερο από τα προηγούμενα έργα του.
Ο κυρίαρχος θεματικός άξονας είναι το δίπολο «συμβιβασμός/μη συμβιβασμός», χαρακτηριστικός σε αρκετά έργα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Ο συγγραφέας, εστιάζοντας στον συμβιβασμένο αντιήρωα – ο υπότιτλος είναι χαρακτηριστικός- τοποθετεί σαν αντίστιξη τον μη συμβιβασμένο.
«Να για ποιο λόγο τον αγαπώ», διακήρυττε (η φίλη του). «Γιατί είμαστε όμοιοι με τον Θιονδόρ. Το ίδιο αποζητάμε. Το τίποτα. Το ωραίο τίποτα. Και σίγουρα θα ’χουμε την ίδια μοίρα… Εσύ πάντα με τη λογική. Με το μέτρο. Με το σταγονόμετρο. Και με το φόβο, πάντα, μην αστοχήσεις» (σελ. 106). Και στην επόμενη σελίδα: «Μόνο ο Χελιδονόπουλος είναι άνδρας… Αυτός αξίζει να ζει. Και θα γυρίσω πίσω σ’ αυτόν».
Παρ’ ολ’ αυτά στο έργο του Μήτσου ο μη συμβιβασμένος δεν αξιώνεται, όπως συμβαίνει συνήθως, αλλά απλά τοποθετείται σαν καταλύτης στα τραγικά γεγονότα που θα ακολουθήσουν.
Υφολογικά, ο Μήτσου κινείται ανάμεσα στη λιτότητα και τη λεκτική επιλεκτικότητα της ποίησης και στη διαύγεια του δοκιμίου. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ο οποίος συχνά απευθύνεται σε ένα αποδέκτη της αφήγησης χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που ταυτίζεται έτσι με τον αναγνώστη, συνεχώς αυτοαναλύεται, αναλύει τους άλλους, και προσπαθεί να βρει τη βαθύτερη ουσία των γεγονότων. Και με ένα έμμεσο σχόλιο ο Μήτσου δίνει την ουσία της ποιητικής του, ασκώντας ταυτόχρονα και μια έμμεση κριτική σε μια πεζογραφία με φωτογραφικό (να μην πούμε νατουραλιστικό) στυλ αφήγησης: «Δεν έχει νόημα ούτε με ενδιαφέρει να μάθω αν κάπνιζε ή δεν κάπνιζε οδηγώντας στον παραλιακό δρόμο Ιτέας-Ναυπάκτου ο άνδρας της Αντιγόνης, ο αξιωματικός του Λιμενικού. Και ποιον ενδιαφέρει άλλωστε;» (σελ. 119).
Αφηγηματικά ο Μήτσου είναι ιδιαίτερα πρωτότυπος. Κι αυτό γιατί μέσα στην αφήγηση εγκιβωτίζει συχνά την μετααφήγηση, το λόγο πάνω στην ίδια την πράξη της αφήγησης, με έμμεσο όμως τρόπο: «Γιατί νομίζω, παρ’ όλα αυτά, πως αν τα διηγηθώ τα πράγματα ξανά, άλλη ιστορία θα αφηγηθώ και νέα εκδοχή θα βγει στην επιφάνεια. Κι άλλη ίσως θα ’χει κατάληξη. Αφού με κάθε αναδιήγηση αυτό πασχίζω: να δικαιολογήσω τις αιτίες, να οικειοποιηθώ τα πράγματα και να τα καταλάβω από την αρχή» (σελ. 117-118). Και πιο κάτω: «…το νόημα κάθε ιστορίας και η αλήθεια της υπάρχουν μόνο στον τρόπο που τη λέει κανείς» (σελ. 121).
Ο Μήτσου αρέσκεται στο παιχνίδι με το χρόνο. Το διήγημά του «Ο χαρτοπαίχτης έχει φοβηθεί» από την ομώνυμη συλλογή, που επανεκδόθηκε πρόσφατα, είναι το πιο χαρακτηριστικό του απ’ αυτή την άποψη. Οι προσημάνσεις και οι αναδρομές βρίθουν και σ’ αυτή τη νουβέλα. Επί πλέον, μια και ο τρόπος της αφήγησης και η επιλεκτική αφήγηση των γεγονότων νοηματοδοτούν το νόημα της ιστορίας, θεματοποιεί και τον χρόνο της πράξης της αφήγησης, διαστέλλοντας το υποθετικά στιγμιαίο «τώρα», ως ένα επί πλέον στοιχείο νοηματοδότησης.
«Ακούω τώρα που σας μιλάω, από πάνω μου, στην κορυφή του φοίνικα, ένα τζιτζίκι να τραγουδάει ανύποπτο, ώρα πολλή. Κάνει μεγάλη ζέστη, είναι τέλος Ιουλίου. Θαυμάζω το ρυθμό του και τον οίστρο του» (σελ. 22).
Και αλλού:
«Τώρα που τα ξαναθυμάμαι, τώρα και τα ξανασκέφτομαι. Συλλέγω αθέλητα καινούριες λεπτομέρειες και μένω διαρκώς έκθαμβος με τον εαυτό μου» (σελ. 53).
Και ενώ ο χρόνος τον γεγονότων όπως και ο χρόνος της αφηγηματικής πράξης δεν προσδιορίζονται, ο χώρος είναι επακριβώς προσδιορισμένος. Αθήνα, «Καλλιδρομίου», «Κατεχάκη» κ.λπ. Ο ρεαλισμός της αφήγησης απαιτεί περισσότερο το «πού» από το «πότε».
Οι περισσότεροι Έλληνες συγγραφείς, πεζογράφοι και ποιητές, έχουν ένα πάθος με διακείμενα που παραπέμπουν στην ένδοξη ελληνική αρχαιότητα: «Μέσ’ από το καθρεφτάκι, τον έβλεπα πίσω μας να σηκώνεται παραπατώντας, θεόρατος, ίδιος ο Κύκλωπας Πολύφημος, κι ένιωθα Οδυσσέας καθώς ξεφεύγει από τη σπηλιά κι ανοίγεται προς την Ιθάκη» (σελ. 77). Και το όνομα της ηρωίδας, Αντιγόνη, στην κλασική αρχαιότητα παραπέμπει. Όσο για το «Όχι» (σελ. 95) του συμβιβασμού, με το οποίο ο αφηγητής αρνείται την πρόταση της Αντιγόνης να χωρίσουν από τους συζύγους τους και να ζήσουν μαζί, διακειμενικά επίσης παραπέμπει στον αρχαιολάτρη Καβάφη και το «μεγάλο ναι και το μεγάλο όχι» από το Che fece…il gran rifiuto.
Ο Μήτσου δίνει στο τέλος της ιστορίας του αστυνομική πλοκή. Ο Επισκοπάκης καταδίδει τη σχέση της Αντιγόνης με τον Χελιδονόπουλο στον άντρα της. Η Αντιγόνη πιο πριν είχε αποφασίσει να ξεφορτωθεί τον Χελιδονόπουλο, ομολογώντας στον άντρα της αυτή τη σχέση, λέγοντάς του πως ξεκίνησε από έναν εκβιασμό. Στόχος της, ο άντρας της να σκοτώσει τον Χελιδονόπουλο. Όμως αυτός ανακαλύπτει το σημειωματάριό της όπου γράφει πόσο ερωτευμένη είναι με τον Επισκοπάκη. Έτσι τους σκοτώνει και τους δυο, τη στιγμή της ερωτικής τους συνεύρεσης. Το σημειωματάριο το στέλνει αργότερα στον Επισκοπάκη.
Ηθικόν δίδαγμα: Τα σημειωματάρια είναι επικίνδυνα. Όπως και τα blogs. Πάντα υπάρχει ο κίνδυνος να τα διαβάσει κάποιος που δεν πρέπει.
Το τέλος θυμίζει το τέλος της «Λολίτας» του Ναμπόκοφ. Και οι δυο κεντρικοί ήρωες καταλήγουν στο ψυχιατρείο. Δεν ξέρω αν κι από εδώ αντλείται ηθικό δίδαγμα. Έτσι κι αλλιώς η μεγάλη λογοτεχνία μόνο παρεμπιπτόντως προσφέρει διδάγματα. Πρώτιστα προσφέρει αισθητική απόλαυση. Το ίδιο και η νουβέλα αυτή του Ανδρέα Μήτσου, όπως άλλωστε και όλα του τα βιβλία.
Δρ. Μπάμπης Δερμιτζάκης
Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2007
ΠΑΘΟΣ

Παρουσίαση του βιβλίου Πάθος της Λαμπρίνας Μαραγκού από τον Δημήτρη Βαρβαρήγο στις 31-10-2007
ΠΑΘΟΣ
Γνώρισα τη συγγραφέα από το βιβλίο της «η αγάπη φοράει φτερά από μετάξι». Της είχα γράψει τότε ένα αυθόρμητο κριτικό σημείωμα. Της έλεγα, «δεν μπόρεσα, ν’ αντισταθώ στην πρόκληση να εκφράσω μερικά σχόλια αναφορικά με τη συνολική δυναμική της γραφής σου, καθώς ομολογώ πως έμεινα έκπληκτος με τον τρόπο που απέδωσες τα μύχια συναισθήματα της μικρής Λυδίας, μπροστά στις αναζητήσεις και τα προβλήματα των μεγάλων.
Αυτά περιληπτικά όσον αφορά το προηγούμενο βιβλίο της. Στο σημερινό, στο Πάθος, τώρα.
Ανήσυχο πνεύμα η Λαμπρίνα, κινείται με επιτυχία σε όλους τους τομείς της ζωής της, έχει μια όμορφη οικογένεια, με μια αξιαγάπητη κι έξυπνη κόρη την Αλεξάνδρα, διδάσκει στα ΤΕΙ και ακολουθεί την πεπατημένη οδό των πεζογράφων, συνεχώς κι αδιαλείπτως διαβάζει, γράφει κι ενίοτε όπως καταλαβαίνετε, εκδίδονται τα βιβλία της.
Και να που ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να μιλήσουμε για το τέταρτο βιβλίο της, με τίτλο, Πάθος, από τις εκδόσεις Άγκυρα κι αυτό όπως το προηγούμενο.
Τρυφερό και έντονα ρεαλιστικό μυθιστόρημα. Μια εσωτερική συναισθηματική και άρτια λογοτεχνική περιγραφή της πρώτης αγάπης στην εφηβεία και η μετέπειτα έμπυρη γνώση που την ατσαλώνει μέσα στις ίδιες κι απαράλλαχτες ευαίσθητες αναζητήσεις.
Κείμενο που ικανοποιεί τον αναγνώστη μέσα από μια γραφή που εκφράζει τις απόκρυφες αισθήσεις της ειμαρμένης κάθε ανθρώπου.
Αισθήσεις που κινούνται με ειλικρίνεια ανάμεσα στις αληθινές ανθρώπινες προσδοκίες. Η γραφή παρουσιάζει εικόνες από την πραγματική ζωή που όσο επηρεάζουν τον πρωταγωνιστή άλλο τόσο επηρεάζουν και τον αναγνώστη.
Πάθος, ο τίτλος του βιβλίου. Αρχικά φαίνεται απλός, αλλά όσο προχωρά η ανάγνωση αρχίζεις να αναγνωρίζεις από τα βιώματα των ηρώων της πως αυτή η λέξη έχει τις περισσότερες έννοιες.
Ακούστε μερικές που μου ήρθαν εύκολα στο μυαλό γιατί σίγουρα, υπάρχουν πολλές περισσότερες:
Εμμονή-βάσανο-ζέση-λαχτάρα-μανία-μαρτύριο-μεράκι-μίσος-μονομανία-οργή-πάθηση-παραφορά-περιπάθεια-περιπέτεια-πόθος-μοναξιά-απιστία-πληγή-φλογερότητα-βρασμός-ζήλος-θέρμη-κόχλασμα-αλαζονία-όνειρο-νταλκάς.
Όλα αυτά αν τα περικλείσουμε σε μία μόνο λέξη είναι το Πάθος! Μια λέξη γεμάτη ζωή.
Αυτό είναι το βιβλίο της Μαραγκού, γεμάτο αναζητήσεις, ανατροπές, ένα βιβλίο γεμάτο ζωή.
Ένα κείμενο με παρούσα την ενοχή σαν κύριο στοιχείο να ξεχειλίζει στο δείπνο της ζωής των ηρώων, μέσα από τις αναμνήσεις, τις απορρίψεις, τι προδοσίες, τα θέλω και τους εγωισμούς τους.
Ο σεβασμός, η περηφάνια, ίσως και ψήγματα νεανικής ματαιοδοξίας είναι τα στοιχεία που κυοφορούνται σε ετούτο το βιβλίο, καθώς ξεδιπλώνεται ένα ανθρώπινο ψυχογράφημα όπου η συναισθηματική χροιά των γεγονότων απαλύνεται μέσα από την ανάγκη των πρωταγωνιστών για αληθινή αγάπη.
Σε αυτές τις βασανισμένες υπάρξεις από τα πάθη τους αναφέρεται η συγγραφέας. Αλλά όχι μόνο στο ερωτικό πάθος που πηγαίνει αμέσως το μυαλό μας, αλλά και στη ψυχική πάλη που σκορπίζει αυτό το δυνατό συναίσθημα, ο έρωτας.
Όπως γράφει και η ίδια στο οπισθόφυλλο πως:
το πάθος είναι η κινητήρια δύναμη ζωής, καλύτερα, η ίδια η ζωή. Το πάθος πλέκει τις ιστορίες, υφαίνει τις καταστάσεις, κεντά τα συναισθήματα.
Για μην συμπέσουν οι απόψεις μας, με τον άλλο ομιλητή, σκέφτηκα να μην αναφερθώ περισσότερο στο θέμα ή τη δομή της ιστορίας του βιβλίου, αλλά να μιλήσω γι αυτούς που κάνουν πάντοτε μια ιστορία να την αγαπήσουμε, στους πρωταγωνιστές της, γιατί οι αληθινοί, οι ζωντανοί χαρακτήρες έχουν ζωτική σημασία στη λογοτεχνία.
Και αυτό λοιπόν το μυθιστόρημα της Μαραγκού, ξεχωρίζει για τον καλά οργανωμένο εσωτερικό συναισθηματικό κόσμο των ηρώων της, όπου με μαεστρία τους ζωντανεύει με τόση πειστικότητα σαν να είναι οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας.
Έχει πετύχει απόλυτα η συγγραφέας το στόχο της δημιουργώντας χαρακτήρες με αληθινές εσωτερικές ιδιότητες. Στη συναισθηματική κατηγορία εντάσσει τις συμπάθειες και αντιπάθειες της ηρωίδας. Οι ελπίδες, οι φόβοι οι αγάπες, τα μίση οι αρετές και οι αδυναμίες η υπομονή και η επιμονή, τα συμπλέγματα. Οι υποσυνείδητες ενοχές της, η σεξουαλική της ιδιοσυγκρασία σε σχέση με το άλλο φύλλο. Η εν γένει στάση της απέναντι σε βασικές πλευρές της ζωής μέσα πάντα από κυρίως ανθρώπινα ψυχικά γνωρίσματα, είναι άρτια δοσμένα.
Σε πολλά σημεία της αφήγησης της η ταύτιση του αναγνώστη είναι άμεση με τα θέλω, τις επιθυμίες, τα όνειρα και τις απαιτήσεις των χαρακτήρων, καθώς σκιαγραφεί τις υπαρξιακές τους ανάγκες, τις απλές και φυσικές ανάγκες σαν αυτές που όλοι οι άνθρωποι επιζητούμε να νιώσουμε και που τελικά μέσα από αυτό το πέρασμα που λέγεται ζωή, κάποιες βιώνουμε.
Λόγος που υποκινεί σε εξομολόγηση και εσωτερικές συγκρούσεις. Η δημιουργός παίρνει θέση σαν να εκφράζεται με τρόπο καταλυτικό θέλοντας να μοιράσει τη δική της αλήθεια, τη δική της δικαιοσύνη.
Μία γραφή που κινείται επάνω σε αυτές τις αντιθέσεις που δημιουργούν οι διαπροσωπικές σχέσεις με όλα τα παραλειπόμενα τους.
Η ιστορία του βιβλίου φαινομενικά δεν δείχνει την πολυπλοκότητα της και μοιάζει κάπως συνηθισμένη, όμως από την πρώτη σελίδα, η επίφαση της πραγματικότητας στη ζωή της Ελένης, σε αιχμαλωτίζει να ακολουθήσεις το ταξίδι της μέσα από την εμπνευσμένη συγγραφή της δημιουργού.
Από την πρώτη αράδα αντιλαμβάνεσαι τον έντεχνο λόγο να προκαλεί τη συναισθηματική απόκριση του αναγνώστη, καθώς ο άρτιος τρόπος που είναι γραμμένο δείχνει πως μπορεί να κάνει μια απλή ανθρώπινη αναζήτηση για το βίωμα της ζωής παράλληλα με τα πάθη της αγάπης, δυνατή και ακμαία με έντονο εσωτερικό ρυθμό.
Όπως είπα και πριν, είναι μια γυναικεία εξομολόγηση γεμάτη διακριτική ευαισθησία και ευπάθεια καθώς το κάθε συμβάν στη ζωή της Ελένης, περνάει μέσα απ’ την ψυχή της.
Έτσι τη θέλει η συγγραφέας, αφού μιλάει με τη δική της ψυχή για το πάσχον σώμα της ηρωίδας της, ακάλυπτο να βιώνει κάθε συγκρουσιακή δοκιμασία.
Έτσι δημιούργησε όλα τα πρόσωπα και δη την ηρωίδα της η συγγραφέας, απολύτως ανθρώπινη και φυσικά γυναίκα. Δηλαδή, με όλα τα χαρακτηριστικά που απαρτίζουν τον γυναικείο οργανισμό. Ευαίσθητη και συνάμα δυνατή. Δοτική και εγωίστρια, ρομαντική και παράλληλα σκληρή μπροστά στο σπαραγμό του επερχόμενου χωρισμού, της απογοήτευσης και του εσωτερικού θανάτου να στέκεται το πάσχον σώμα της δυνατό και νηφάλιο απειλώντας ακόμη - ακόμη και την ίδια τη ψυχή που το κυβερνάει.
Άλλο ένα πράγμα που χαίρομαι στα βιβλία της συγγραφέως είναι που συνηθίζει να γράφει σε πρώτο πρόσωπο, το δυσκολότερο είδος απόδοσης μιας μυθιστορίας, μάλλον αρέσκεται στα δύσκολα, να αντιμετωπίζει όλους τους χαρακτήρες που η ίδια δημιουργεί με διαφορετικό τρόπο και ύφος, αλλά και που δεν φοβάται μη τυχόν και της κολλήσουν ταμπέλα ως είθισται να γίνεται με πολλούς συγγραφείς, πως ότι γράφουν πρέπει απαραίτητα να είναι βιώματα τους.
Παρ’ όλα αυτά η Μαραγκού, σμιλεύει τους ήρωες της με έναν εγγενή {έμφυτο} προσδιορισμό ως προς τις επιδιώξεις τους τόσο στον καθημερινό βίο τους όσο και στον ψυχικό κόσμο τους παράλληλα με τον δικό της.
Λοιπόν το βιβλίο θα μπορούσε να είχε ακόμα έναν εύστοχο τίτλο, «ανέφικτες αγάπες» καθώς στην αισθηματική ζωή των ηρώων υπάρχουν συνεχόμενες ανατροπές.
Ενώ όλοι είχαν την ανάγκη του άλλου, δεν κατάφερναν να ενωθούν γιατί έπρεπε να πιστέψουν και για πιστέψουν έπρεπε να χαριστούν και για να χαριστούν έπρεπε ακούσουν, να δουν, να νιώσουν. Να καταλάβουν τα λόγια που ψιθύριζαν οι ψυχές τους.
Γι αυτές τις αισθηματικές ιδιότητες μιλάει στο μυθιστόρημα της η Μαραγκού, για τις ζωές καθημερινών ανθρώπων που δρουν με φυσικό τρόπο σαν ανάσες ζωής οδηγώντας την μοίρα τους μέσα απ’ τις ανθρώπινες συμπεριφορές, να ερωτεύονται, να δραπετεύουν, να πληγώνουν και να πληγώνονται, να αδικούν και ν’ αδικούνται για να φτάνουν κάποιες στιγμές αντιμέτωπους τους εαυτούς τους με τη ματαίωση.
Η Λαμπρίνα Μαραγκού, έγραψε ένα πολυδιάστατο μυθιστόρημα με βάθος στις ζωές των ηρώων δημιουργώντας εικόνες που απευθύνονται στη σκέψη μας για το πόσο δύσκολη είναι στην πραγματικότητα η αγάπη. Και όταν υπάρξει, πόσες συμβάσεις και μύχια μυστικά, δεν θα φανερωθούν ποτέ, για να καταφέρει να αντέξει στο χρόνο.
Τρίτη 12 Ιουνίου 2007
ΔΙΧΩΣ ΙΧΝΗ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ georgeveis@hotmail.com
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 02/02/2007
Copyright © 2007 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.
Η δυναμική της λογοτεχνικής γραφής της και οι έξυπνες επινοητικές διορατικές κατευθύνσεις των κειμένων κάνει τα βιβλία της να διαβάζονται εύκολα αφήνοντας στο ανολοκλήρωτο ένα ερώτημα, γιατί δεν υπάρχει συνέχεια;
Δημήτρης Βαρβαρήγος
Το νέο βιβλίο της Χρύσας Σπυροπούλου είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, το θέμα του οποίου σχετίζεται με τη λαθρεμπορία ραδιενεργών υλικών. Μυστήριο, αγωνία και σύγχρονα ζητήματα συνδυάζονται και προσκαλούν τον αναγνώστη στην αναζήτηση των ενόχων, αλλά και στον προβληματισμό για το φυσικό και το κοινωνικό περιβάλλον.
«Το ενδιαφέρον στην αστυνομική ιστορία είναι η διαλεκτική αθωότητας και ενοχής» W. H. Auden (σελ. 10 του βιβλίου) Η διαλεκτική αθωότητας και ενοχής, όρος εκ των ων ουκ άνευ για μια επιτυχημένη αστυνομική ιστορία, διατρέχει το ανά χείρας βιβλίο και καθιστά εύλογες τις αμφιβολίες, τα ερωτηματικά, την ένταση και την αγωνία για το τι θα επακολουθήσει. Ο διορατικός αστυνόμος Ηλιού, συνεπικουρούμενος από τη βοηθό του Γεωργίου, αναλαμβάνει τη διερεύνηση της δολοφονίας του Μίλτου Παγώνη, ερευνητή στο Ινστιτούτο Ενέργειας, στο εργαστήρι εγκλωβισμού ραδιενεργών αποβλήτων. Το αστυνομικό δίδυμο, στην προσπάθειά του να ανακαλύψει ποιος κρύβεται πίσω από τη δολοφονία, βρίσκεται αντιμέτωπο με μια διεθνή σπείρα κακοποιών, τα πλοκάμια της οποίας απλώνονται σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες και στην Αμερική. Οι απειλές, οι εκβιασμοί και οι δολοφονίες είναι τα μέσα που χρησιμοποιούν για να επιτύχουν τον στόχο τους, σε μια υπόθεση διεθνούς εμπορίας ραδιενεργών υλικών, μετά την κατάρρευση των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ο αστυνόμος Ηλιού ταξιδεύει στη Γερμανία για να αναζητήσει κάποια στοιχεία που θα τον βοηθήσουν να φθάσει στα ίχνη των κακοποιών. Μια δεύτερη δολοφονία, εκείνη του διευθυντή του Ινστιτούτου Έρευνας, τον φέρνει πιο κοντά στα ίχνη τους, αλλά...
Εμβληματική στην πλοκή του έργου είναι η φιγούρα του ερευνητή Παρασκευά Δήμου, ο οποίος, μετά από πολυετή παραμονή και ερευνητική εργασία στο ΜΙΤ και τη Βοστόνη, επέστρεψε στην Αθήνα για να εργαστεί στο εν λόγω Ερευνητικό Κέντρο. Καλός επιστήμονας και οικογενειάρχης, βρίσκεται αίφνης στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, εξαιτίας της δολοφονίας του Μίλτου, μέλους της ερευνητικής του ομάδας, αλλά και του επιστημονικού του έργου, που προκαλεί την προσοχή όσων εμπλέκονται στην παράνομη πώληση ραδιενεργών υλικών. Η απρόβλεπτη συνάντησή του με μέλη της ομάδας τον αιφνιδιάζει, καθώς και τον αναγνώστη, και δίνει νέα τροπή στην εξέλιξη... Η γραφή Οι χαρακτήρες της Χρύσας Σπυροπούλου είναι στέρεα δομημένοι, ο αφηγηματικός της λόγος σαφής και ρέων, και η εξέλιξη της πλοκής γρήγορη και «νευρική». Ο Μίλτος, ο Παρασκευάς, ο διευθυντής και η γραμματέας του, ο αστυνόμος Ηλιού και η βοηθός του, ο Γκέοργκ και ο Πέτερ, η Σίλβια και ο Κώστας, η μητέρα και η φίλη του Μίλτου, ο Κλάους, ο Μαρκιάν, είναι πρόσωπα που η συγγραφέας έχει συλλάβει και «δουλέψει» καλά στο μυαλό της, πριν αρχίσει την πολύμοχθη διαδικασία της γραφής.
Το αποτέλεσμα είναι εύλογο. Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί. Αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη από τις πρώτες κιόλας σελίδες και, καθώς ξετυλίγεται η πλοκή, η ένταση κλιμακώνεται.
Η συγγραφέας χρησιμοποιεί την ένταση της αστυνομικής γραφής για να θίξει θέματα επίκαιρα, που χρήζουν της γενικότερης προσοχής όλων και άπτονται λίαν ευαίσθητων θεμάτων, όπως το θάψιμο των ραδιενεργών στοιχείων και το εμπόριο επιστημονικών δεδομένων. Ταυτόχρονα, δεν ξεχνάει τις λεπτομέρειες εκείνες που προσδίδουν αληθοφάνεια στα γεγονότα, αποτυπώνουν ανθρώπινες πλευρές και μαρτυρούν την ψυχογραφική της δύναμη στην περιγραφή των ηρώων.
Με ματιά γρήγορη και έξυπνη καταγράφει ό,τι συμβαίνει ολόγυρα, επιλέγοντας για τους ήρωές της να κινούνται σε μέρη της προσωπικής της γεωγραφίας, και προσφέροντας στην ελληνική αστυνομική λογοτεχνία τη φιγούρα του αστυνομικού Ηλιού, ακέραιου υπερασπιστή της ηθικής και της δικαιοσύνης αλλά και ευαίσθητου και καλλιεργημένου ανδρός.
Δείγματα του συγγραφικού και μεταφραστικού έργου της Χρύσας Σπυροπούλου κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πρόσπερος, Οδός Πανός και Άγκυρα. Με το παρόν βιβλίο, η αστυνομική λογοτεχνία βρίσκει στο πρόσωπό της μια επάξια και πολλά υποσχόμενη εκπρόσωπό της. Αναμένοντας με ενδιαφέρον την επόμενη συγγραφική της κατάθεση, αναλογίζομαι πως θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον η μεταφορά του εν λόγω μυθιστορήματος στην οθόνη.
Κείμενο Έλενα Αβραμίδου
Δευτέρα 4 Ιουνίου 2007
ΑΡΠΑΚΤΙΚΑ
Ο συγγραφέας:
Ο Κωνσταντίνος Γ. Βασιλείου γεννήθηκε στο Βραχάτι Κορινθίας το 1949. Σπούδασε νομικά (1972), πολιτικές επιστήμες (1974) και μεταπτυχιακά στην περιφερειακή ανάπτυξη (1976). Είναι δικηγόρος. Έχει γράψει νομικές πραγματείες. Το πρώτο του μυθιστόρημα (2005) με τίτλο «Αδιέξοδο» (εκδόσεις Κάκτος), αποτελεί ένα σαρκασμό της πολιτικής και οικονομικής αναρρίχησης.
Το έργο:
Η άρτια πλοκή του παρόντος μυθιστορήματος έχει μια κρυφή γοητεία. Ενώ είναι μύθος, αποτυπώνει την πραγματικότητα. Αδύναμοι χαρακτήρες επιδίδονται στο παιχνίδι του πλούτου και της ικανοποίησης. Μοιάζουν με αρπακτικά. Ο καθένας για τον εαυτό του, με κυρίαρχο στόχο τη δύναμη του χρήματος. Οι παραφυάδες ή λακέδες του καπιταλισμού!
Δύο επιχειρηματίες με παλιά έχθρα. Δύο συνεργάτες τους με κοινή ιδεολογική πορεία. Δύο κυρίες που επιδίδονται στο αρχαιότερο επάγγελμα με συνέπεια. Όλοι αυτοί λειτουργούν αυτόνομα και εξυπηρετούν το σύστημα.
Είναι δυνατόν σε ένα μυθιστόρημα οι πάντες να μείνουν ικανοποιημένοι; Μπορεί να υπάρχει αίσιο τέλος, που να μην αφήνει κανέναν παραπονούμενο; Είναι ρεαλιστική η περιγραφή ανταγωνισμών και μίσους ανάμεσα σε οικονομικώς ενεργά άτομα; Η γυναικεία φύση συμβάλλει θετικά στη διαπλοκή;
Η γλώσσα, που χρησιμοποιείται, παίζει σημαίνοντα ρόλο. Ευτελίζει και φανερώνει χαρακτήρες σε συνδυασμό με πολύπλοκους συλλογισμούς, που εκφράζονται από εξέχοντα άτομα. Ο σαρκασμός σε όλο του το μεγαλείο.
A΄ Έκδοση Δεκέμβριος 2006
Τίτλος: “ΑΡΠΑΚΤΙΚΑ”
Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Γ. Βασιλείου
ISBN 960-89202-1-3
Σελίδες: 304
Σχήµα: 14Χ21
Τιµή α΄ Έκδοσης: 15 €
Παρασκευή 1 Ιουνίου 2007
ΜΑΚΗΣ ΤΣΙΤΑΣ
Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
Ο Μάκης Τσίτας γεννήθηκε το 1971 στα Γιαννιτσά. Σπούδασε δημοσιογραφία στη Θεσσαλονίκη και ασχολήθηκε με το ραδιόφωνο. Από το 1994 ζει μόνιμα στην Αθήνα κι εργάζεται στο χώρο των εκδόσεων. Κείμενα του (διηγήματα, θεατρικά, ποιήματα) συμπεριλήφθηκαν σε ανθολογίες και δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά και εφημερίδες στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Τα μονόπρακτά του «Στην πλατεία» και «Η τηλεόραση» παίχτηκαν στο Θέατρο των Καιρών σε σκηνοθεσία Έρσης Βασιλικιώτη. Συνεργάστηκε στη συγγραφή του σεναρίου της ταινίας του Χριστόφορου Χριστοφή «Βασίλισσα Μαϊμού».
Διηγήματά του μεταφράστηκαν στα γερμανικά, τα ισπανικά, τα αγγλικά, τα εβραϊκά, τα σουηδικά και τα φινλανδικά.
Δεν μου αρέσει το γάλα
Στο Βασίλη δεν αρέσει καθόλου μα καθόλου το γάλα. Όμως η μαμά του επιμένει κάθε πρωί να του δίνει μια τεράστια κούπα. Εκείνος άλλοτε το πίνει με κλειστή μύτη και κλειστά μάτια, άλλοτε το ρίχνει στο πιατάκι της γάτας ή στο νεροχύτη αλλά την κατσάδα δε την γλιτώνει. Το γάλα τον κυνηγάει παντού: μέχρι και στον ύπνο του. Ώσπου μια μέρα πήγε στον οδοντίατρο και τότε...
Με λένε Δώρα, αλλά θα προτιμούσα να με λένε Μαντόνα ή Νταϊάνα. Είμαι έξι χρονών και μου αρέσουν τα γλυκά, οι βόλτες στο σούπερ μάρκετ και οι αστείες ιστορίες. Όμως βαριέμαι τα κομμωτήρια και τα ανέκδοτα του ξαδέλφου μου. Κι αν με ρωτήσετε τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω, θα σας απαντήσω: "Ή τραγουδίστρια, ή ηθοποιός, ή δημοσιογράφος, ή συγγραφέας ή δασκάλα, ή..."

Ποιανού είναι η σούπα
Η Χρυσούλα βλέπει πάνω στο τραπέζι ένα πιάτο με σούπα. "Ποιανού είναι;" σκέφτεται κι ύστερα αρχίζει να ρωτάει με τη σειρά: τη γιαγιά, τον παππού, τον μπαμπά, τη μαμά, την ξαδέρφη της, το φίλο της, τον ταχυδρόμο, τη γειτόνισσα, το σκύλο, τον παπαγάλο, τα παιχνίδια, τις κούκλες. Όμως κανένας δεν ξέρει "ποιανού είναι αυτή η σούπα". Ώσπου στο τέλος η μαμά...





















