Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2007

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΑΚΗΣ


Βιογραφικό Σημείωμα

Γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1950. Σπούδασε αγγλική φιλολογία και ελληνική φιλολογία - φιλοσοφία - κοινωνιολογία (εκπόνηση διδακτορικής διατριβής με θέμα: καθημερινότητα και λογοτεχνία).Έχουν εκδοθεί επτά βιβλία του (έξι συλλογές διηγημάτων και ένα μυθιστόρημα). Υπήρξε μέλος της συντακτικής επιτροπής και υπεύθυνος ύλης του εκπαιδευτικού περιοδικού "Νεοελληνική Παιδεία" εκδιδόμενου υπό την αιγίδα του Υπουργείου Παιδείας και μέλος της επιτροπής κρατικών βραβείων του Υπουργείου Πολιτισμού. Έχει δημοσιεύσει κείμενα δοκιμιακού λόγου καθώς και κριτική λογοτεχνίας στις εφημερίδες "Το Βήμα", "Εξουσία", "Καθημερινή" και στα περιοδικά "Αντί", "Ίνδικτος", "Διαβάζω", "Ελίτροχος". Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.Διηγήματα του έχουν μεταφραστεί σε αγγλικά, γερμανικά και ολλανδικά, καθώς και το μυθιστόρημα του Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου στα αγγλικά, το οποίο τιμήθηκε με το Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο μυθιστορήματος 1996.

Βραβείο Αναγνωστών 2007

Τον «κύριο Επισκοπάκη» του Ανδρέα Μήτσου επέλεξε φέτος το κοινό με την ψήφο του και τον έχρισε νικητή του «Βραβείου Αναγνωστών 2007». Ένα βιβλίο που κέρδισε τους κριτικούς όταν κυκλοφόρησε και γοήτευσε τους αναγνώστες του.
«Με εξέπληξε ευχάριστα το γεγονός πως ένα βιβλίο, του οποίου οι αρετές επισημάνθηκαν από την κριτική, τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών. Ευχαριστώ το ΕΚΕΒΙ, την επιτροπή που πρότεινε τον Κύριο Επισκοπάκη και όσους τον ψήφισαν», είπε ο φετινός νικητής του Βραβείου κ. Ανδρέας Μήτσου, που έχει ήδη τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 1996 και με το Βραβείο Γραμμάτων Κώστα Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών το 2002.
Περισσότεροι από 3.000 αναγνώστες ψήφισαν (μόνο μέσω sms φέτος) ενώ καταμετρήθηκαν 2.655 έγκυρες ψήφοι για τα δέκα ελληνικά μυθιστορήματα της shortlist.

για το βιβλίο


Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΕΝΟΣ ΔΕΙΛΟΥ... συγγραφέας, Ανδρέας Μήτσου

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΝΟΗΜΑΤΩΝ

Όλη η νουβέλα στήνεται με την ένταση της μαγικής εικόνας. Όλα φανερώνονται και όλα κρύβονται. Όλα είναι και δεν είναι. Ο Χελιδονόπουλος εμφανίζεται στη σελίδα 22, αλλά ως ανώνυμη φιγούρα, φευγαλέα έχει εμφανιστεί στην πρώτη σελίδα και κατόπιν εξαφανίζεται μαρσάροντας το μαύρο του τρίκυκλο. Στη μέση της αφήγησης, από το στόμα του εκβιαστή αποκαλύπτεται ότι ο αφηγητής είναι ο κύριος Επισκοπάκης του τίτλου. Ο αφηγητής είναι ο δειλός που εξομολογείται. Τα ονόματα στις αφηγήσεις του Μήτσου είναι αμφίσημα και ποτέ τυχαία. Ας θυμηθούμε τον Ορέστη Χαλκιόπουλο στο ομώνυμο μυθιστόρημα, που είναι και αυτός που χαλκεύει, κατασκευάζει ειδήσεις, αλλά και ο τόπος γέννησης του συγγραφέα, το Χαλκιόπουλο Αιτωλοακαρνανίας. Ο Χελιδονόπουλος ο εκβιαστής είναι και αυτός που προαναγγέλλει την έλευση της άνοιξης. Η Αντιγόνη είναι αυτή που αντιτίθεται στους κώδικες, άνθρωπος σκληρός, αλαζονικός, ανυποχώρητος. Σωτήρης ονομάζεται ο σύζυγος και δολοφόνος. Και ο αφηγητής, ο ʼγγελοςαυτός που εκτελεί τη βούληση του Θεού ή ο αγγελιαφόρος- και Επισκοπάκης, αυτός ο οποίος εξετάζει τα συμβάντα. Η πρόκληση της παρανάγνωσης με τραβά από το μανίκι. Μήπως το όνομα Επισκοπάκης υπονοεί το στρατηγικό τέχνασμα του Χ. Τζέιμς, την «οπτική γωνία», την ανεπαρκή διορατικότητα της αυθεντίας του αφηγητή και την ταύτισή του με την οπτική του φόβου που στο τέλος θα τον αφήσει στην αφόρητη ανυπαρξία;

Ανδρέας Μήτσου, Ο κύριος Επισκοπάκης, Καστανιώτης 2007

Νουβέλα είναι το καινούριο πεζογράφημα του Ανδρέα Μήτσου. Μεταξύ διηγήματος και μυθιστορήματος, για πρώτη φορά καταπιάνεται ο Μήτσου με το είδος. Και για πρώτη φορά επίσης βάζει υπότιτλο: «Η εξομολόγηση ενός δειλού».
Θεματικά, υφολογικά, αφηγηματικά, μυθοπλαστικά, ο Μήτσου είναι πάντα πλούσιος και ενδιαφέρων. Και στη νουβέλα αυτή ίσως περισσότερο από τα προηγούμενα έργα του.
Ο κυρίαρχος θεματικός άξονας είναι το δίπολο «συμβιβασμός/μη συμβιβασμός», χαρακτηριστικός σε αρκετά έργα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Ο συγγραφέας, εστιάζοντας στον συμβιβασμένο αντιήρωα – ο υπότιτλος είναι χαρακτηριστικός- τοποθετεί σαν αντίστιξη τον μη συμβιβασμένο.
«Να για ποιο λόγο τον αγαπώ», διακήρυττε (η φίλη του). «Γιατί είμαστε όμοιοι με τον Θιονδόρ. Το ίδιο αποζητάμε. Το τίποτα. Το ωραίο τίποτα. Και σίγουρα θα ’χουμε την ίδια μοίρα… Εσύ πάντα με τη λογική. Με το μέτρο. Με το σταγονόμετρο. Και με το φόβο, πάντα, μην αστοχήσεις» (σελ. 106). Και στην επόμενη σελίδα: «Μόνο ο Χελιδονόπουλος είναι άνδρας… Αυτός αξίζει να ζει. Και θα γυρίσω πίσω σ’ αυτόν».
Παρ’ ολ’ αυτά στο έργο του Μήτσου ο μη συμβιβασμένος δεν αξιώνεται, όπως συμβαίνει συνήθως, αλλά απλά τοποθετείται σαν καταλύτης στα τραγικά γεγονότα που θα ακολουθήσουν.
Υφολογικά, ο Μήτσου κινείται ανάμεσα στη λιτότητα και τη λεκτική επιλεκτικότητα της ποίησης και στη διαύγεια του δοκιμίου. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ο οποίος συχνά απευθύνεται σε ένα αποδέκτη της αφήγησης χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που ταυτίζεται έτσι με τον αναγνώστη, συνεχώς αυτοαναλύεται, αναλύει τους άλλους, και προσπαθεί να βρει τη βαθύτερη ουσία των γεγονότων. Και με ένα έμμεσο σχόλιο ο Μήτσου δίνει την ουσία της ποιητικής του, ασκώντας ταυτόχρονα και μια έμμεση κριτική σε μια πεζογραφία με φωτογραφικό (να μην πούμε νατουραλιστικό) στυλ αφήγησης: «Δεν έχει νόημα ούτε με ενδιαφέρει να μάθω αν κάπνιζε ή δεν κάπνιζε οδηγώντας στον παραλιακό δρόμο Ιτέας-Ναυπάκτου ο άνδρας της Αντιγόνης, ο αξιωματικός του Λιμενικού. Και ποιον ενδιαφέρει άλλωστε;» (σελ. 119).
Αφηγηματικά ο Μήτσου είναι ιδιαίτερα πρωτότυπος. Κι αυτό γιατί μέσα στην αφήγηση εγκιβωτίζει συχνά την μετααφήγηση, το λόγο πάνω στην ίδια την πράξη της αφήγησης, με έμμεσο όμως τρόπο: «Γιατί νομίζω, παρ’ όλα αυτά, πως αν τα διηγηθώ τα πράγματα ξανά, άλλη ιστορία θα αφηγηθώ και νέα εκδοχή θα βγει στην επιφάνεια. Κι άλλη ίσως θα ’χει κατάληξη. Αφού με κάθε αναδιήγηση αυτό πασχίζω: να δικαιολογήσω τις αιτίες, να οικειοποιηθώ τα πράγματα και να τα καταλάβω από την αρχή» (σελ. 117-118). Και πιο κάτω: «…το νόημα κάθε ιστορίας και η αλήθεια της υπάρχουν μόνο στον τρόπο που τη λέει κανείς» (σελ. 121).
Ο Μήτσου αρέσκεται στο παιχνίδι με το χρόνο. Το διήγημά του «Ο χαρτοπαίχτης έχει φοβηθεί» από την ομώνυμη συλλογή, που επανεκδόθηκε πρόσφατα, είναι το πιο χαρακτηριστικό του απ’ αυτή την άποψη. Οι προσημάνσεις και οι αναδρομές βρίθουν και σ’ αυτή τη νουβέλα. Επί πλέον, μια και ο τρόπος της αφήγησης και η επιλεκτική αφήγηση των γεγονότων νοηματοδοτούν το νόημα της ιστορίας, θεματοποιεί και τον χρόνο της πράξης της αφήγησης, διαστέλλοντας το υποθετικά στιγμιαίο «τώρα», ως ένα επί πλέον στοιχείο νοηματοδότησης.
«Ακούω τώρα που σας μιλάω, από πάνω μου, στην κορυφή του φοίνικα, ένα τζιτζίκι να τραγουδάει ανύποπτο, ώρα πολλή. Κάνει μεγάλη ζέστη, είναι τέλος Ιουλίου. Θαυμάζω το ρυθμό του και τον οίστρο του» (σελ. 22).
Και αλλού:
«Τώρα που τα ξαναθυμάμαι, τώρα και τα ξανασκέφτομαι. Συλλέγω αθέλητα καινούριες λεπτομέρειες και μένω διαρκώς έκθαμβος με τον εαυτό μου» (σελ. 53).
Και ενώ ο χρόνος τον γεγονότων όπως και ο χρόνος της αφηγηματικής πράξης δεν προσδιορίζονται, ο χώρος είναι επακριβώς προσδιορισμένος. Αθήνα, «Καλλιδρομίου», «Κατεχάκη» κ.λπ. Ο ρεαλισμός της αφήγησης απαιτεί περισσότερο το «πού» από το «πότε».
Οι περισσότεροι Έλληνες συγγραφείς, πεζογράφοι και ποιητές, έχουν ένα πάθος με διακείμενα που παραπέμπουν στην ένδοξη ελληνική αρχαιότητα: «Μέσ’ από το καθρεφτάκι, τον έβλεπα πίσω μας να σηκώνεται παραπατώντας, θεόρατος, ίδιος ο Κύκλωπας Πολύφημος, κι ένιωθα Οδυσσέας καθώς ξεφεύγει από τη σπηλιά κι ανοίγεται προς την Ιθάκη» (σελ. 77). Και το όνομα της ηρωίδας, Αντιγόνη, στην κλασική αρχαιότητα παραπέμπει. Όσο για το «Όχι» (σελ. 95) του συμβιβασμού, με το οποίο ο αφηγητής αρνείται την πρόταση της Αντιγόνης να χωρίσουν από τους συζύγους τους και να ζήσουν μαζί, διακειμενικά επίσης παραπέμπει στον αρχαιολάτρη Καβάφη και το «μεγάλο ναι και το μεγάλο όχι» από το Che fece…il gran rifiuto.
Ο Μήτσου δίνει στο τέλος της ιστορίας του αστυνομική πλοκή. Ο Επισκοπάκης καταδίδει τη σχέση της Αντιγόνης με τον Χελιδονόπουλο στον άντρα της. Η Αντιγόνη πιο πριν είχε αποφασίσει να ξεφορτωθεί τον Χελιδονόπουλο, ομολογώντας στον άντρα της αυτή τη σχέση, λέγοντάς του πως ξεκίνησε από έναν εκβιασμό. Στόχος της, ο άντρας της να σκοτώσει τον Χελιδονόπουλο. Όμως αυτός ανακαλύπτει το σημειωματάριό της όπου γράφει πόσο ερωτευμένη είναι με τον Επισκοπάκη. Έτσι τους σκοτώνει και τους δυο, τη στιγμή της ερωτικής τους συνεύρεσης. Το σημειωματάριο το στέλνει αργότερα στον Επισκοπάκη.
Ηθικόν δίδαγμα: Τα σημειωματάρια είναι επικίνδυνα. Όπως και τα blogs. Πάντα υπάρχει ο κίνδυνος να τα διαβάσει κάποιος που δεν πρέπει.
Το τέλος θυμίζει το τέλος της «Λολίτας» του Ναμπόκοφ. Και οι δυο κεντρικοί ήρωες καταλήγουν στο ψυχιατρείο. Δεν ξέρω αν κι από εδώ αντλείται ηθικό δίδαγμα. Έτσι κι αλλιώς η μεγάλη λογοτεχνία μόνο παρεμπιπτόντως προσφέρει διδάγματα. Πρώτιστα προσφέρει αισθητική απόλαυση. Το ίδιο και η νουβέλα αυτή του Ανδρέα Μήτσου, όπως άλλωστε και όλα του τα βιβλία.

Δρ. Μπάμπης Δερμιτζάκης