Τετάρτη 23 Μαΐου 2007

ΚΡΙΣΤΙΝΑ ΡΟΣΕΤΙ






Κριστίνα Ροσέτι
Η Κριστίνα Τζωρτζίνα Ροσέτι, γεννήθηκε στις
5 Δεκεμβρίου, 1830 και πέθανε στιςς 29 Δεκεμβρίου, 1894) ήταν Αγγλίδα ποιήτρια και αδελφή του ποιητή και ζωγράφου Ντάντε Γκάμπριελ Ροσέτι. Ο πατέρας τους, Γκάμπριελ Ροσέτι, ήταν Ιταλός ποιητής και πατριώτης από τη Νάπολη, που ζήτησε πολιτικό άσυλο στην Αγγλία, και η μητέρα τους, Φράνσις Πολιντόρι ήταν αδελφή του γιατρού και προσωπικού φίλου Λόρδου Βύρωνα, Τζον Ουίλιαμ Πολιντόρι.
Η Ροσέτι γεννήθηκε στο
Λονδίνο και μορφώθηκε στο σπίτι από τη μητέρα της. Στις αρχές της δεκαετίας του 1840, η οικογένειά της αντιμετώπισε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, όταν επιδεινώθηκε η σωματική και ψυχική υγεία του πατέρα της.
Στα δεκατέσσερα της η Ροσέτι υπέστη νευρικό κλονισμό, γεγονός που επηρέασε τη μετέπειτα ζωή της, καθώς κατά περιόδους έπασχε από κατάθλιψη και σχετικές ασθένειες.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου της ζωής της η Ροσέτι, μαζί με τη μητέρα και την αδελφή της συμμετείχαν στο Αγγλο-Καθολικό κίνημα που ήταν μέρος της
Εκκλησίας της Αγγλίας, και αυτή η θρησκευτική αφοσίωση έπαιξε σημαντικό ρόλο στην προσωπική ζωή της Ροσέτι για το υπόλοιπο της ζωής της.
Προς το τέλος της εφηβείας της είχε αρραβωνιαστεί το ζωγράφο Τζέιμς Κόλινσον αλλά τελικά ο δεσμός τους διαλύθηκε λόγω θρησκευτικών διαφορών παρ’ όλο που ο Κόλινσον ασπάστηκε τον Καθολικισμό.
Αργότερα διατηρούσε δεσμό με τον γλωσσολόγο Τσαρλς Σαίλει Charles, αλλά δεν παντρεύτηκαν επίσης για θρησκευτικούς λόγους.
Η Ροσέτι ξεκίνησε το συγγραφικό της έργο σε νεαρή ηλικία, όμως η ποιήσή της δεν έτυχε ιδιαίτερης προσοχής μέχρι τη δημοσίευση της συλλογής
Goblin Market and Other Poems το 1862.
Η συλλογή συγκέντρωσε πολλούς κριτικούς επαίνους, και σύμφωνα με την βιογράφο της Τζαν Μαρς,"ο θάνατος της
Ελίζαμπεθ Μπάρετ Μπράουνινγκ, πριν από δύο μήνες οδήγησε στο να αναδειχτεί η Ροσέτι φυσική διάδοχός της ως διακεκριμένη γυναίκα ποιήτρια.
Το ποίημα του τίτλου της συλλογής αποτελεί το πιο γνωστό έργο της Ροσέτι. Παρόλο που με μια πρώτη ματιά μπορεί να φανεί ως ένα παιδικό ποίημα με ομοιοκαταληξία για τα δεινοπαθήματα δύο αδελφών με τελώνια, το ποίημα είναι πολυεπίπεδο, προκλητικό και περίπλοκο, και οι κριτικοί του έχουν δώσει πολλές διαφορετικές ερμηνείες, βλέποντάς το σαν μια αλληγορία για τον πειρασμό και τη σωτηρία ή σαν ένα σχόλιο πάνω στους ρόλους των φύλων και τη δραστηριοποίηση των γυναικών κατά τη
Βικτωριανή εποχή, καθώς και σαν ένα έργο για την ερωτική επιθυμία και την κοινωνική επανόρθωση.
Κατά τη διάρκεια του υπολοίπου της ζωής της, η Κριστίνα Ροσέτι συνέχισε να γράφει και να δημοσιεύει το έργο της, αφοσιώθηκε όμως περισσότερο στα γραπτά περί θρησκευτικής πίστης και σε παιδική ποίηση.
Παρόλο που οι κανόνες της θρησκείας καθόριζαν τον τρόπο ζωής της, εξακολουθούσε να διατηρεί έναν ευρύ φιλικό κύκλο, και για δέκα χρόνια εργαζόταν εθελοντικά σε ίδρυμα υποστήριξης γυναικών "κακής φήμης".
Ήταν αναποφάσιστη σχετικά με το δικαίωμα ψήφου των γυναικών, αλλά πολλοί ακαδημαϊκοί έχουν προσδώσει
φεμινιστικό χαρακτήρα στην ποίησή της. Επιπλέον, όπως λέει η Μαρς, "ήταν αντίθετη στον πόλεμο, τη δουλεία στον Αμερικανικό Νότο, τη σκληρότητα προς τα ζώα, την εκμετάλλευση ανήλικων κοριτσιών στην πορνεία και όλες της μορφές στρατιωτικής επιθετικότητας".
Το
1893 η Ροσέτι προσεβλήθη από καρκίνο. Πέθανε τον επόμενο χρόνο, στις 29 Δεκεμβρίου 1893, και τάφηκε στο Κοιμητήριο Highgate. Στις αρχές του εικοστού αιώνα η δημοτικότητα της Ροσέτι έφθινε, όπως και η φήμη πολλών αξιόλογων συγγραφέων της Βικτωριανής εποχής, μπροστά στην ορμητικότητα του Μοντερνισμού.
Η Ροσέτι παρέμεινε αφανής μέχρι τη δεκαετία του
1970, οπότε και φεμινίστριες ακαδημαϊκοί άρχισαν να ανακαλύπτουν ξανά το έργο της και να γράφουν για αυτό. Τις τελευταίες δεκαετίες τα γραπτά της Ροσέτι επανήλθαν στο προσκήνιο, και ξανακέρδισαν την είσοδό τους στο Βικτωριανό λογοτεχνικό κανόνα.