Το Άξιον Εστί. ι΄ [Tης αγάπης αίματα με πορφύρωσαν]
Ελύτης Oδυσσέας
Tης αγάπης αίματα*με πορφύρωσανKαι χαρές ανείδωτες*με σκιάσανεOξειδώθηκα μες στη*νοτιά*των ανθρώπωνMακρινή Mητέρα*Pόδο μου AμάραντοΣτ' ανοιχτά του πέλαγου*με καρτέρεσανMε μπομπάρδες τρικάταρτες*και μου ρίξανεAμαρτία μου νά ’χα*κι εγώ*μιαν αγάπηMακρινή Mητέρα*Pόδο μου AμάραντοTον Iούλιο κάποτε*μισανοίξανεTα μεγάλα μάτια της*μες στα σπλάχνα μουTην παρθένα ζωή μια*στιγμή*να φωτίσουνMακρινή Mητέρα*Pόδο μου AμάραντοKι από τότε γύρισαν*καταπάνω μουTων αιώνων όργητες*ξεφωνίζοντας“O που σ’ είδε, στο αίμα*να ζει*και στην πέτρα”Mακρινή Mητέρα*Pόδο μου AμάραντοTης πατρίδας μου πάλι*ομοιώθηκαMες στις πέτρες άνθισα*και μεγάλωσαΤων φονιάδων το αίμα*με φως*ξεπληρώνωMακρινή Mητέρα*Pόδο μου Aμάραντο
Μονόγραμμα
Θα πενθώ πάντα -μ' ακούς;- για σένα,μόνος, στον Παράδεισο
Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός
Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μαςΚαι θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότηταΜε το δριμύ του μαύρου του θανάτου.
Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονταιΧωρίς εμάς και τραγουδώ τ' άλλα που πέρασανΕάν είναι αλήθεια
Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκάΟι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νεράΤα «πίστεψέ με» και τα «μη»Μια στον αέρα, μια στη μουσική
Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μαςΠου γύρευαν ν' ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλοΗ γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτεςΚαι τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζίΠάνω απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτεςΤην ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σουΚι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από τους καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώΤο ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντόΣτον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιάΤη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά
Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.
Έτσι μιλώ για σένα και για μέναΕπειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ' αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνεΑκουστά σ' έχουν τα κύματαΠως χαϊδεύεις, πως φιλάςΠως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε»Τριγύρω στο λαιμό στον όρμοΠάντα εμείς το φως κι η σκιάΠάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενοΠάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμοΤόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιάΤριγύρω η θάλασσα η δεσποτικήΚαμάρα τ' ουρανού με τ' άστραΤόσο η ελάχιστή σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτε άλλοΜες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμαΝα φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μουΝα μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποιΕπειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένοΔεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούςΕίναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ για σένα και για μένα.
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ' ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ' ακούς
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ' ακούςΜαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ' ακούς
Είμ' εγώ, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, μ'ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ' ακούς
Που μ' αφήνεις, που πας και ποιος, μ' ακούς
Σου κρατεί το χέρι πάνω απ' τους κατακλυσμούς
Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα πενθώ πάντα -μ' ακούς;- για σένα,μόνος, στον Παράδεισο
Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός
Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μαςΚαι θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότηταΜε το δριμύ του μαύρου του θανάτου.
Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονταιΧωρίς εμάς και τραγουδώ τ' άλλα που πέρασανΕάν είναι αλήθεια
Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκάΟι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νεράΤα «πίστεψέ με» και τα «μη»Μια στον αέρα, μια στη μουσική
Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μαςΠου γύρευαν ν' ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλοΗ γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτεςΚαι τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζίΠάνω απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτεςΤην ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σουΚι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από τους καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώΤο ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντόΣτον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιάΤη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά
Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.
Έτσι μιλώ για σένα και για μέναΕπειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ' αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνεΑκουστά σ' έχουν τα κύματαΠως χαϊδεύεις, πως φιλάςΠως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε»Τριγύρω στο λαιμό στον όρμοΠάντα εμείς το φως κι η σκιάΠάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενοΠάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμοΤόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιάΤριγύρω η θάλασσα η δεσποτικήΚαμάρα τ' ουρανού με τ' άστραΤόσο η ελάχιστή σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτε άλλοΜες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμαΝα φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μουΝα μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποιΕπειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένοΔεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούςΕίναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ για σένα και για μένα.
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ' ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ' ακούς
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ' ακούςΜαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ' ακούς
Είμ' εγώ, μ' ακούςΣ' αγαπώ, μ'ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ' ακούς
Που μ' αφήνεις, που πας και ποιος, μ' ακούς
Σου κρατεί το χέρι πάνω απ' τους κατακλυσμούς
Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα 'ρθει μέρα, μ' ακούςΝα μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ' ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ' ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει
Στα νερά ένα ένα, μ' ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ' ακούςΚι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ' ακούςΌπου κάποτε οι φιγούρες
Των ΑγίωνΒγάζουν δάκρυ αληθινό, μ' ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ' ακούςΈνα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ' ακούςΉ κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ' ακούς
Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ' ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δε γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς
Σ' άλλη γη, σ' άλλο αστέρι, μ' ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ' ακούς
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούςΝα τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούςΜες στη μέση της θάλασσαςΑπό μόνο το θέλημα της αγάπης, μ' ακούςΑνεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούςΜε σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούςΆκου, άκουΠοιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει -ακούς;Είμ' εγώ που φωνάζω κι είμ' εγώ που κλαίω, μ' ακούςΣ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς.
Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
Με σοφές παραμάνες και μ' αντάρτες απόμαχους
Από τι να 'ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού
Την ανταύγεια στο πρόσωπο του νερού του τρεμάμενου
Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να 'ρθω
Που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό
Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στα μέρη τ' αψηλά της Κρήτης τίποτα
Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι
Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ' όλο το γύρο
Του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά
Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά
Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικούΜάτια της περηφάνιας και του διάφανουΒυθού, μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιόΤις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλοΜόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείςΨηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλήςΜε τ' άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης
Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή
Να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή
Που κανείς να μην έχει δει και ακούσειΤίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτιαΟύτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυροΓια σένα ούτε η γερόντισσα μ' όλα της τα βοτάνια
Για σένα μόνο εγώ, μπορεί και η μουσική
Που διώχνω μέσα μου αλλ' αυτή γυρίζει δυνατότερη
Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο
Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.
Έχω δει πολλά και η γη μέσ' απ' το νου μου φαίνεται ωραιότερηΩραιότερη μες στους χρυσούς ατμούςΗ πέτρα η κοφτερή, ωραιότεραΤα μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μες στα κύματαΩραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάςΑήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνάτης θάλασσαςΈτσι σ' έχω κοιτάξει που μου αρκείΝα 'χει ο χρόνος όλος αθωωθείΜες στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνειΣαν δελφίνι πρωτόπειρο ν' ακολουθείΚαι να παίζει με τ' άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πριν από την αγάπη και μαζί
Για τη ρολογιά και για το γκιούλ μπρισίμι
Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθείΜόνος, και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο
Μόνος, και ας είμ' εγώ η πατρίδα που πενθείΑς είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ' ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθούΟ ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούςτον Παράδεισο!
Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησίΑπαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσαΜε κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρήΈχω ρίξει μες στ' άπατα μιαν ηχώΝα κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώΝα σε βλέπω μισή να περνάς στο νερόΚαι μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ' ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει
Στα νερά ένα ένα, μ' ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ' ακούςΚι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ' ακούςΌπου κάποτε οι φιγούρες
Των ΑγίωνΒγάζουν δάκρυ αληθινό, μ' ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ' ακούςΈνα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ' ακούςΉ κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ' ακούς
Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ' ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δε γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς
Σ' άλλη γη, σ' άλλο αστέρι, μ' ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ' ακούς
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούςΝα τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούςΜες στη μέση της θάλασσαςΑπό μόνο το θέλημα της αγάπης, μ' ακούςΑνεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούςΜε σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούςΆκου, άκουΠοιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει -ακούς;Είμ' εγώ που φωνάζω κι είμ' εγώ που κλαίω, μ' ακούςΣ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς.
Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
Με σοφές παραμάνες και μ' αντάρτες απόμαχους
Από τι να 'ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού
Την ανταύγεια στο πρόσωπο του νερού του τρεμάμενου
Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να 'ρθω
Που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό
Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στα μέρη τ' αψηλά της Κρήτης τίποτα
Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι
Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ' όλο το γύρο
Του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά
Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά
Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικούΜάτια της περηφάνιας και του διάφανουΒυθού, μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιόΤις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλοΜόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείςΨηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλήςΜε τ' άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης
Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή
Να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή
Που κανείς να μην έχει δει και ακούσειΤίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτιαΟύτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυροΓια σένα ούτε η γερόντισσα μ' όλα της τα βοτάνια
Για σένα μόνο εγώ, μπορεί και η μουσική
Που διώχνω μέσα μου αλλ' αυτή γυρίζει δυνατότερη
Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο
Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.
Έχω δει πολλά και η γη μέσ' απ' το νου μου φαίνεται ωραιότερηΩραιότερη μες στους χρυσούς ατμούςΗ πέτρα η κοφτερή, ωραιότεραΤα μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μες στα κύματαΩραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάςΑήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνάτης θάλασσαςΈτσι σ' έχω κοιτάξει που μου αρκείΝα 'χει ο χρόνος όλος αθωωθείΜες στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνειΣαν δελφίνι πρωτόπειρο ν' ακολουθείΚαι να παίζει με τ' άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πριν από την αγάπη και μαζί
Για τη ρολογιά και για το γκιούλ μπρισίμι
Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθείΜόνος, και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο
Μόνος, και ας είμ' εγώ η πατρίδα που πενθείΑς είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ' ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθούΟ ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούςτον Παράδεισο!
Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησίΑπαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσαΜε κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρήΈχω ρίξει μες στ' άπατα μιαν ηχώΝα κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώΝα σε βλέπω μισή να περνάς στο νερόΚαι μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.



